Συνέντευξη τύπου του Πρωθυπουργού μετά την ολοκλήρωση των εργασιών του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου


 

Στο πλαίσιο συνέντευξης τύπου, σε συνέχεια των εργασιών της Συνόδου Κορυφής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες στις 20-21 Οκτωβρίου, ο Πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, ανέφερε:

«Να σας καλωσορίσω. Θα ήθελα να εγκαινιάσουμε από σήμερα και για κάθε Σύνοδο μια πιο τακτική και αναλυτική ενημέρωση των δημοσιογράφων και όχι δηλώσεις στην έξοδο του κτιρίου, διότι πιστεύω πράγματι ότι σε όλες τις Συνόδους, ακόμα και σε αυτές όπου τα θέματα δεν είναι τόσο καίρια για τη χώρα μας, συζητούνται πάρα πολύ σημαντικά πράγματα και οι δημοσιογράφοι, καθώς και όλα τα μέσα ενημέρωσης, οφείλουν να έχουν την πληρέστερη δυνατή ενημέρωση.

Στη Σύνοδο Κορυφής, χθες και σήμερα, συζητήθηκαν κρίσιμα θέματα, το προσφυγικό, οι σχέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη Ρωσία, οι εξελίξεις στη Συρία και την Ουκρανία, καθώς και ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο διεθνές εμπόριο και πιο συγκεκριμένα, η συμφωνία διεθνούς εμπορίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τον Καναδά, η συμφωνία CETA.

Σε ό,τι αφορά το προσφυγικό, έγινε για άλλη μια φορά σαφής η κυρίαρχη, θα έλεγα, εδώ και έναν τουλάχιστο χρόνο, αντίθεση εντός της Ένωσης. Από τη μια, έχουμε τις χώρες εκείνες που είναι προσηλωμένες στις κοινές μας αρχές, στις αρχές της αλληλεγγύης και του δίκαιου καταμερισμού της ευθύνης, κι από την άλλη, μια σειρά κρατών-μελών που έχουν την άποψη των αποκλεισμών, την άποψη των τειχών, την άποψη ότι οτιδήποτε δεν είναι στη δική τους αυλή δεν τους απασχολεί και θα πρέπει να το λύσουν αυτοί που έχουν το πρόβλημα στην αυλή τους.

Από την πλευρά μας καταστήσαμε σαφές ότι η αλληλεγγύη δεν μπορεί να είναι μια αρχή που θα εφαρμόζεται κατ’ επιλογήν ή à la carte κι ότι η χώρα μας, η Ελλάδα, σηκώνει ένα δυσανάλογο βάρος. Σηκώνει σχεδόν το σύνολο του βάρους της προσφυγικής κρίσης, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την υποδοχή των προσφυγικών ροών και για λογαριασμό της Ευρώπης, προσπαθεί, παρά τις μεγάλες δυσκολίες να ανταποκριθεί σε πολύ δύσκολες συνθήκες. Τονίσαμε, λοιπόν, ότι θα πρέπει οι συμφωνίες που έχουμε κάνει να τηρούνται από όλες τις πλευρές, να τηρούνται από όλους. Οι συμφωνίες δεν είναι για να τηρούνται μονάχα από τους πιο αδύναμους, οι συμφωνίες είναι για να τηρούνται από όλους και σε αυτή την κατεύθυνση, επισημάναμε ότι είναι απαράδεκτο να υπάρχει η ευρωπαϊκή δέσμευση για εκατοντάδες ειδικούς ασύλου για συνεντεύξεις στα νησιά και σήμερα, μετά από δύο επανειλημμένα αιτήματα προς τις χώρες-μέλη, προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, που έγιναν το Σεπτέμβρη, στα νησιά να βρίσκονται μόλις 32 και όχι εκατοντάδες, όπως μας είχαν υποσχεθεί.

Επίσης, επισημάναμε ότι είναι απαράδεκτο να υπάρχει εδώ και πάρα πολύ καιρό η δέσμευση, η απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, για 66.000 θέσεις relocation, δηλαδή για 66.000 πρόσφυγες που θα μετεγκατασταθούν από την Ελλάδα σε ευρωπαϊκές χώρες, και μέσα σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα να έχουν ολοκληρωθεί μονάχα 5.200 από τις 66.000. Όπως επίσης τονίσαμε ότι είναι απαράδεκτο να έχουμε συμφωνήσει στην αναθεώρηση του Δουβλίνου και κάποιες χώρες, κάποιοι, να έρχονται εδώ και να προτείνουν ένα ακόμη πιο άδικο σχέδιο, αντί για ένα πιο αποτελεσματικό σύστημα.

Ευτυχώς, οι θέσεις μας για τη στελέχωση, τη μετεγκατάσταση και τη στήριξη της Ελλάδας, σε αυτή την πολύ δύσκολη προσπάθεια που κάνει για να διατηρηθεί ζωντανή η συμφωνία, πιστεύω ότι αντανακλώνται τελικά στα σημερινά συμπεράσματα, όσο κι αν κάποιοι επιμένουν να λειτουργούν όχι μόνο με φράχτες, αλλά και με αστερίσκους στα συμπεράσματα των Συμβουλίων Κορυφής. Η πλειοψηφία των κρατών-μελών στήριξε τελικά τον πυρήνα των απόψεών μας. Το κείμενο συμπερασμάτων μιλά για ενίσχυση μιας ολοκληρωμένης, συλλογικής ευρωπαϊκής προσέγγισης στην αντιμετώπιση του προσφυγικού ζητήματος στην ανατολική, αλλά και στην κεντρική Μεσόγειο. Μια πολιτική για την οποία η Ελλάδα, όπως γνωρίζετε, αγωνίζεται εδώ και καιρό, μια πολιτική που προτάσσει τη συνεργασία με τις γειτονικές χώρες και όχι την απομόνωση και την ευρωπαϊκή ή εθνική περιχαράκωση. Μια πολιτική που στο επίκεντρο έχει την αντικατάσταση των παράνομων προσφυγικών ροών από νόμιμες ροές. Διότι υπάρχει μία αντίληψη ορισμένων ότι αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να σφραγίσουμε τις ροές συνολικά. Όμως, δεν αποφασίσαμε αυτό στις προηγούμενες Συνόδους Κορυφής και ούτε αυτό λέει η συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας.  Αλλά, μιλάει για την αντικατάσταση των παράνομων διόδων με νόμιμες διαδικασίες και βεβαίως για το χτύπημα των διακινητών.

Στο πλαίσιο αυτό, τονίσαμε ότι δεν μπορούν τα κράτη-μέλη να εφαρμόζουν δήθεν ευέλικτα την αρχή της αλληλεγγύης. Η έννοια της ευέλικτης αλληλεγγύης για μας είναι ένα πρόσχημα για να μην ανταποκριθούν κάποια κράτη-μέλη στις υποχρεώσεις τους. Η αλληλεγγύη πρέπει να είναι αποτελεσματική και όχι ευέλικτη.

Τέλος, υπογραμμίσαμε την ανάγκη, προκειμένου να διατηρηθεί η συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας, η Ευρώπη από την πλευρά της, τα κράτη-μέλη, να προχωρήσουν  σύντομα, γρήγορα, στις υποχρεώσεις τους σε ό,τι αφορά τη φιλελευθεροποίηση των θεωρήσεων με την Τουρκία. Βεβαίως, τηρώντας, από την άλλη πλευρά, η Τουρκία τις δικές της υποχρεώσεις. Και βεβαίως η φιλελευθεροποίηση των θεωρήσεων δεν μπορεί να γίνεται με δύο μέτρα και σταθμά σε σχέση με την Κύπρο: ό,τι αφορά τα άλλα κράτη μέλη, το ίδιο πρέπει να αφορά και την Κύπρο, διότι, ως γνωστόν, από την πλευρά της Τουρκίας εγείρεται η αξίωση η Κύπρος να εξαιρεθεί.

Τώρα, σε ό,τι αφορά το Συριακό. Η θέση μας ήταν απολύτως σαφής. Πρέπει να δουλέψουμε για την ειρήνη και τη σταθερότητα στη Συρία και νομίζω ότι εμείς είμαστε από τις χώρες εκείνες που έχουμε εδώ και ενάμισι χρόνο δει τις επιπτώσεις αυτών των τραγικών εξελίξεων στην περιοχή. Θεωρώ θετικό ότι οι ευρωπαϊκές χώρες αναλαμβάνουν ολοένα και πιο κεντρικό ρόλο σε διπλωματικές πρωτοβουλίες για την επίλυση των συγκρούσεων στην περιοχή. Όπως τονίσαμε και στη διακήρυξη των Αθηνών των Ευρωπαϊκών Μεσογειακών Κρατών που βρεθήκαμε στην Αθήνα, αρχές του Σεπτέμβρη, είναι απαραίτητος ένας θετικός διπλωματικός ρόλος για την Ευρωπαϊκή Ένωση, υπέρ της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή, μαθαίνοντας βεβαίως και από τα λάθη του παρελθόντος.

Μετά από σημαντικές ευρωπαϊκές παρεμβάσεις, πρέπει να πω ότι είναι θετικό ότι επιτεύχθηκε έστω και μία εύθραυστη – αλλά επιτεύχθηκε – συμφωνία κατάπαυσης του πυρός στη Συρία. Επιτεύχθηκαν και κάποια βήματα στην Ουκρανία, όσον αφορά τον οδικό χάρτη για την ειρήνη, και ελπίζω ότι θα υπάρξει και ενεργός παρουσία αποστολής του ΟΑΣΕ στην Ουκρανία. Βεβαίως, το κύριο θέμα συζήτησης ήταν οι βομβαρδισμοί των τελευταίων ημερών και προφανώς δεν μπορούμε και δεν πρέπει να ανεχθούμε βομβαρδισμούς που οδηγούν στο θάνατο χιλιάδες άμαχους στο Χαλέπι. Γι’ αυτό χρειάζεται ουσιαστική πίεση σε όλες τις σημαντικές δυνάμεις που είτε βομβαρδίζουν άκριτα είτε υποστηρίζουν την τρομοκρατία. Αλλά, οι λύσεις που χρειαζόμαστε πρέπει να έχουν στόχο να επουλώνουν τις πληγές και όχι να τις πολλαπλασιάζουν. Γι’ αυτό, καταστήσαμε σαφές ότι δεν πρόκειται να βοηθήσει σε τίποτα να ζήσουμε σε μία Ευρώπη βυθισμένη σε ένα φαύλο κύκλο στρατιωτικοποιήσης, διαρκώς ανανεούμενων και επαναλαμβανόμενων κυρώσεων και ψυχροπολεμικής ρητορικής.

Σε ό, τι αφορά τη συμφωνία με τον Καναδά, τη λεγόμενη CETA. Ξέρετε, η συμφωνία στη μορφή που την παραλάβαμε πριν από ένα χρόνο, προκαλούσε εύλογες ανησυχίες, ενστάσεις και αντιρρήσεις από την πλευρά μας. Κι εμείς ως κυβέρνηση διαφωνήσαμε με το περιεχόμενό της, ένα περιεχόμενο το οποίο μας οδηγούσε στην αρνητική στάση, να μην κάνουμε αποδεκτή τη συμφωνία. Καταθέσαμε λοιπόν τις δικές μας συγκεκριμένες διορθωτικές προτάσεις σε τέσσερα κρίσιμα σημεία της συμφωνίας και νομίζω ότι πετύχαμε μία νομικά δεσμευτική ερμηνευτική εγκύκλιο που περιλαμβάνει και τα τέσσερα αυτά σημεία, τα οποία αφορούν:

– Πρώτον στη διαδικασία με την οποία θα υιοθετηθεί η συμφωνία αυτή. Πετύχαμε η κύρωσή της να γίνει από τα εθνικά κοινοβούλια.

– Δεύτερον, οι διαφορές ανάμεσα στους ιδιώτες επενδυτές και στις εθνικές κυβερνήσεις να μην επιλύονται από ad hoc δικαστήρια για κάθε προσφυγή. Πετύχαμε τη δυνατότητα επίλυσής τους τόσο από τα εθνικά δικαστήρια όσο και από διεθνές δικαστήριο με μόνιμους δικαστές με κλήρωση και με δεύτερο βαθμό, τη δυνατότητα εφετείου.

– Τρίτον, πετύχαμε ρητή δέσμευση ότι η δημόσια πολιτική μπορεί να ασκείται ελεύθερα και αποκλειστικά από τις εθνικές κυβερνήσεις. Σε αυτήν περιλαμβάνεται και το δικαίωμα της επανεθνικοποίησης δημόσιων υπηρεσιών και αγαθών που έχουν ιδιωτικοποιηθεί.

-Τέταρτον, πετύχαμε ρητή δήλωση για την προστασία των εργασιακών και περιβαλλοντικών δικαιωμάτων, όπως και για την προστασία των δικαιωμάτων των καταναλωτών. Κατοχυρώνονται στο ύψιστο επίπεδο που προκύπτει από τις διεθνείς συμβάσεις και ισχύει για την Ευρώπη. Δεν μιλάμε λοιπόν για σύγκλιση στα minimum, αλλά για σύγκλιση στα maximum. Περιλαμβάνεται επίσης ρητή αναφορά στη συμφωνία των Παρισίων για το περιβάλλον, τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και τον κατώτατο μισθό. Με αυτά τα δεδομένα, πιστεύω ότι έχουμε μια συμφωνία εντελώς διαφορετική από αυτή που είχαμε όταν ξεκινήσαμε τη διαπραγμάτευση.

Τέλος, αλλά όχι έσχατο – φαντάζομαι όλοι περιμένετε ενημέρωση για αυτό – οι συναντήσεις που είχα στο περιθώριο της Συνόδου, με μια σειρά από ηγέτες και σημαντικά πρόσωπα. Συναντήθηκα με την Καγκελάριο Μέρκελ, τον Πρόεδρο Ολάντ, τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Μάρτιν Σούλτς, τη νέα Πρωθυπουργό της Βρετανίας, Τερέζα Μέι και είχα τη δυνατότητα να συνομιλήσω εκτενώς με τον Πρόεδρο Γιούνκερ. Σχεδόν σε όλους τους συνομιλητές μου – λέω σχεδόν, διότι η συνάντηση με τη νέα Πρωθυπουργό της Βρετανίας είχε κυρίως περιεχόμενο που αφορά τις διαδικασίες για το Brexit, αλλά και τις εξελίξεις για το Κυπριακό, καθώς όλοι γνωρίζουμε ότι η Βρετανία παίζει σημαντικό ρόλο εδώ και χρόνια στο Κυπριακό – έθεσα την ανάγκη να τηρηθούν τα συμφωνηθέντα σε ό,τι αφορά το ελληνικό πρόγραμμα από όλες τις πλευρές.

Η  Ελλάδα τηρεί τις υποχρεώσεις της, έχει μάλιστα πολύ θετικές επιδόσεις στην οικονομία, επιστρέφει μετά από πολλά χρόνια σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά αυτό που έχει ανάγκη και δικαιούται άλλωστε, είναι να δοθεί ένα ισχυρό σήμα προς την επενδυτική κοινότητα. Και αυτό το σήμα δεν μπορεί προφανώς να δοθεί με διαρκείς αναβολές και με  καθυστερήσεις σε όσα έχουν συμφωνηθεί. Η Ελλάδα πρέπει το συντομότερο δυνατόν να ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και με αυτό τον τρόπο, να γίνει πόλος επενδύσεων που θα δημιουργήσουν πολύ υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης από το επόμενο κιόλας έτος, το 2017.

Πιστεύω ότι οι συνομιλητές μου κατανόησαν αυτή την ανάγκη, πιστεύω ότι κανείς δεν επιθυμεί νέες αναταράξεις στην Ευρώπη, ιδιαίτερα τη στιγμή που όλοι αναγνωρίζουν το ρόλο της Ελλάδας ως πόλο σταθερότητας σε μια εύθραυστη περιοχή και τον ειδικό ρόλο που παίζει στο προσφυγικό, στην προσφυγική κρίση. Και κυρίως, κανείς δεν επιθυμεί νέες αναταράξεις ενόψει μάλιστα μιας εκλογικής χρονιάς, όπως είναι το 2017, για κρίσιμες ευρωπαϊκές χώρες.

Πιστεύω, λοιπόν, ότι είναι εφικτό μέχρι το Eurogroup του Δεκέμβρη, να έχουμε θετικές εξελίξεις και θετικές αποφάσεις, ώστε η νέα χρονιά να ξεκινήσει είτε με την Ελλάδα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, είτε πολύ σύντομα στη νέα χρονιά, στις αρχές της νέας χρονιάς, η Ελλάδα να ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Πιστεύω, έχοντας και την εμπειρία πρόσφατων συνομιλιών μου με μεγάλα επενδυτικά funds, ότι είναι αυτό που περιμένει η παγκόσμια επενδυτική κοινότητα για να διαπιστώσει ότι η αβεβαιότητα πια βρίσκεται πίσω, ότι δεν υπάρχει αναβλητικότητα και ότι η Ελλάδα έχει αφήσει οριστικά πίσω της τις μέρες της κρίσης και προχωράει με σταθερά βήματα στην ανάκαμψη της οικονομίας.

Αυτές ήταν νομίζω οι βασικές γραμμές ενημέρωσης. Είμαι στην διάθεσή σας για ερωτήσεις».

 

Κ. Λασκαράτος: Κύριε Πρόεδρε, δηλώνετε συχνά πως οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται, το είπατε και τώρα και για το χρέος έχετε βάλει ένα χρονοδιάγραμμα μέχρι το τέλος του έτους και για την ποσοτική χαλάρωση μόλις είπατε το Δεκέμβριο. Θεωρείτε μετά τις διμερείς επαφές πως είναι ρεαλιστικό το χρονοδιάγραμμα; Πήρατε κάποιες δεσμεύσεις από τους συνομιλητές σας, κάτι χειροπιαστό; Πιο συγκεκριμένο;

Α. Τσίπρας: Το χρονοδιάγραμμα δεν το θέτουν οι συνομιλητές μου. Το χρονοδιάγραμμα το βλέπουμε από κοινού. Καταρχάς, έχουμε εν εξελίξει την πορεία της δεύτερης αξιολόγησης, αλλά ούτως ή άλλως υπάρχουν, είναι δεδομένο ότι στο Eurogroup του Δεκέμβρη θα συζητηθούν ζητήματα που αφορούν την συγκεκριμενοποίηση των μέτρων που είναι απαραίτητα για το χρέος, των άμεσων βραχυπρόθεσμων μέτρων.

Ξέρετε, μου δίνετε την ευκαιρία να σας πω ότι στο Eurogroup του Μαΐου οι αποφάσεις που παρθήκανε σε σχέση με το ζήτημα του χρέους ήταν εξαιρετικά θετικές. Ήταν σε απολύτως θετικό πλαίσιο. Βεβαίως, αφέθηκε η συγκεκριμενοποίηση στο αμέσως επόμενο διάστημα, λογικό, δεν μπορούσαν αυτά να λυθούν μέσα σε μια μέρα και πάρθηκε η γενική απόφαση να υπάρχει ένα όριο 15% ετησίως ως ποσοστό του ΑΕΠ σε δαπάνες εξυπηρέτησης χρέους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, των αποφάσεων του Eurogroup του Μαΐου είναι απολύτως εφικτό να βρεθεί η δυνατότητα της συγκεκριμενοποίησης εκείνων των βραχυπρόθεσμων μέτρων που θα καταστήσουν εφικτό ένα σχέδιο βιωσιμότητας για το ελληνικό χρέος, το οποίο με την σειρά του θα μας δώσει την δυνατότητα να έχουμε και χαμηλότερα πλεονάσματα από το 2019 και μετά.

Το αρνητικό του Μαΐου δεν ήταν οι αποφάσεις του Eurogroup, αλλά το γεγονός ότι αμέσως μετά στη συνέντευξη Τύπου είδαμε να συνεχίζεται αυτή η αντιπαράθεση ανάμεσα στους θεσμούς. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο από τη μια μεριά και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς από την άλλη. Πιστεύουμε ότι αυτό ακριβώς πρέπει να αποφύγουμε. Έδωσαν το λάθος μήνυμα προς τη διεθνή επενδυτική κοινότητα. Γιατί το μήνυμα που έδωσαν ήταν περιμένετε μέχρι τον Δεκέμβρη για να δούμε τι θα γίνει στην εξέλιξη αυτής της αντιδικίας.

Θεωρώ λοιπόν ότι το χρονοδιάγραμμα ούτως ή άλλως έχει μπει, έχει προσδιοριστεί από τον προηγούμενο Μάη. Δεν αφορά δηλαδή μια επιλογή της κυβέρνησης, εκβιαστικά να φέρει πιο κοντά τις κρίσιμες αποφάσεις. Το χρονοδιάγραμμα είναι δεδομένο και αφορά επί της ουσίας την ίδια την επιτυχία του προγράμματος. Διότι εάν δεν ληφθούν εγκαίρως αυτές οι αποφάσεις κι αν δεν σταματήσει η αναβλητικότητα, θα υπάρχει κίνδυνος για την επιτυχία του προγράμματος. Πιστεύω πως αυτό το κατανόησαν οι συνομιλητές μου και είμαι βέβαιος ότι το επόμενο διάστημα θα υπάρξουν κινήσεις από όλες τις πλευρές προκειμένου να έχουμε μια θετική εξέλιξη.

 

Γ. Τσακίρης: Κύριε Πρόεδρε, ήθελα να σας ρωτήσω αν στη συνάντηση με την Άνγκελα Μέρκελ θέσατε το θέμα του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, των δηλώσεων δηλαδή που κατά καιρούς κάνει ο Υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, ο οποίος παραπέμπει τη συζήτηση για το χρέος κάπου μετά το 2018;

Α. Τσίπρας: Κοιτάξτε, όταν συνομιλεί ένας Πρωθυπουργός με μια Καγκελάριο δεν είναι ευγενικό να θέτει ζητήματα που αφορούν άλλα στελέχη της κυβέρνησης. Έχουμε μια πολύ ειλικρινή σχέση μεταξύ μας και έθεσα τα καίρια ζητήματα, τα ζητήματα στρατηγικής και πιστεύω ότι η συζήτηση έγινε σε ένα πάρα πολύ καλό κλίμα.

 

Α. Αθανασίου: Κύριε Πρόεδρε, είχατε συναντήσεις και με τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, τον κ. Αναστασιάδη και μάλιστα αναλάβατε μαζί μια πρωτοβουλία να ενημερώσετε τους ομολόγους σας για την πρόταση του Προέδρου για το θέμα της ασφάλειας και των εγγυήσεων. Τι αντιδράσεις είχατε, τι feedback είχατε, από τους ομολόγους σας;

Α. Τσίπρας: Συζήτησα το θέμα κυρίως με τον Πρόεδρο Ολάντ και την Καγκελάριο Μέρκελ, όπου βρήκα την απόλυτη κατανόηση στο εξής απλό επιχείρημα, ότι το Κυπριακό είναι ένα ζήτημα πρωτίστως παράνομης εισβολής και κατοχής του βόρειου τμήματος της Κύπρου και δεν μπορεί να νοείται ως βιώσιμη λύση, μια λύση που θα προβλέπει την παραμονή των τουρκικών στρατευμάτων στο νησί και μάλιστα την μόνιμη παραμονή τους. Υπ’ αυτή την έννοια εμείς από την πρώτη στιγμή, στο σκέλος εκείνο που ιδιαίτερα αφορά την Ελλάδα, δηλαδή το θέμα των εγγυήσεων – διότι τα άλλα ζητήματα είναι ζητήματα που διαπραγματεύονται μεταξύ τους οι δύο κοινότητες και δεν πρέπει ούτε θέλουμε να παρεμβαίνουμε, στηρίζουμε βεβαίως την κυπριακή Δημοκρατία και την κυβέρνησή της, αλλά δεν παρεμβαίνουμε – οι θέσεις της Ελλάδας είναι σαφείς: Αυτό το πλαίσιο των εγγυήσεων είναι αναχρονιστικό, πρέπει να καταργηθεί κι η μεγαλύτερη εγγύηση για την ασφάλεια και την προοπτική του κυπριακού λαού είναι η ίδια η λύση, η δίκαιη και βιώσιμη λύση χωρίς την παρουσία ξένων στρατευμάτων. Και σε αυτή την κατεύθυνση είχα και μια θετική συζήτηση με την Πρωθυπουργό της Βρετανίας, η οποία πιστεύω ότι ακολουθεί τη γραμμή του προκατόχου της, όπου σε αυτό το θέμα είχε δηλώσει – κι αυτή είναι διαρκής θέση της Βρετανίας – ότι δεν θα ζητήσει η Βρετανία αξιώσεις περί εγγυήσεων, εάν οι άλλες δυνάμεις δεν θέσουν παρόμοια αξίωση. Είναι προφανές ότι από την πλευρά μας δεν έχουμε καμία αξίωση παραμονής ελληνικών δυνάμεων στην Κύπρο. Βεβαίως, όμως, αυτό σημαίνει ότι δεν θα υπάρχει και παραμονή τουρκικών στρατευμάτων.

Βέβαια να σας πω ότι τώρα τελευταία με τις δηλώσεις του Τούρκου Προέδρου, δεν μπορεί να είμαστε ευτυχείς και αισιόδοξοι ότι δημιουργείται ένα θετικό κλίμα για την επίλυση του Κυπριακού προβλήματος.

 

A. Αντζολέτος: Κύριε Πρόεδρε να έλθω λίγο στην εσωτερική επικαιρότητα…

Α. Τσίπρας: Θα μου επιτρέψετε λίγο, κ. Αντζολέτο, πριν ακούσω την ερώτησή σας. Έχουμε άπλετο χρόνο στην Ελλάδα να συζητήσουμε την εσωτερική επικαιρότητα. Θα σας πρότεινα, εάν δεν έχετε αντίρρηση, να μείνουμε στην ατζέντα που αφορά την παρουσία μας στην Σύνοδο Κορυφής, στα ευρωπαϊκά, στα διεθνή θέματα που αφορούν την χώρα. Παράκληση. Η εσωτερική ατζέντα είναι πάρα πολύ μεγάλη και έχουμε την δυνατότητα να συζητήσουμε εκτενώς γι’ αυτή.

A. Αντζολέτος: Θα ήθελα, λοιπόν, να σας ρωτήσω σε σχέση με το χρέος. Εάν δεν υπάρχει αυτή η βιώσιμη λύση που θέλει η ελληνική πλευρά, τι σημαίνει αυτό για την ελληνική κυβέρνηση μέχρι το τέλος του χρόνου;

Α. Τσίπρας: Κοιτάξτε, δεν είναι κάτι που αφορά την ελληνική κυβέρνηση. Είναι κάτι που αφορά την Ελλάδα, είναι κάτι που αφορά την Ευρώπη. Η βιώσιμη λύση… Τι σημαίνει βιώσιμη λύση; Σημαίνει ότι η Ελλάδα θα έχει την δυνατότητα να ενταχθεί  στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, δηλαδή θα έχει και η Ελλάδα τη δυνατότητα να έχει τις θετικές συνέπειες που έχουν όλες οι άλλες χώρες της ευρωζώνης, τη στιγμή που η Ελλάδα έχει περισσότερη ανάγκη από τις άλλες, και θα δοθεί η δυνατότητα σε μια χώρα που έχει υποστεί εδώ και επτά και πλέον χρόνια μια τρομακτική αποεπένδυση, να δεχτεί ξένες επενδύσεις που θα δώσουν τόνο στην ελληνική οικονομία.

Τα προγράμματα προσαρμογής έγιναν – και δεν πιστεύω να υπάρχει καμιά διαφωνία ως προς αυτό – για να προετοιμάσουν τη δυνατότητα η Ελλάδα να έχει πρόσβαση στις αγορές. Αν η Ελλάδα δεν έχει πρόσβαση στις αγορές, τότε θα είναι διαρκώς αναγκασμένοι οι Ευρωπαίοι να έχουν την Ελλάδα σε προγράμματα όπου θα την δανείζουν αυτοί και η Ελλάδα φυσικά να βρίσκεται διαρκώς στο γύψο. Αυτό δεν μπορεί να είναι μια προοπτική την οποία να την επιθυμεί καμιά ελληνική κυβέρνηση, αλλά και φαντάζομαι κανένας και εκ των εταίρων μας. Διότι ξέρετε εγώ σκέφτομαι την επόμενη κυβέρνηση που θα προκύψει στην Γερμανία. Τι θα θελήσει για την επόμενη μέρα σε σχέση με την ελληνική κρίση; Όποια κυβέρνηση… κι η σημερινή κυβέρνηση κι η επόμενη κυβέρνηση. Το πρόγραμμα αυτό είναι για να προετοιμάσει την έξοδο στις αγορές και η έξοδος στις αγορές για να επιτευχθεί, υπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις και πρέπει να δουλέψουμε γι’ αυτές τις προϋποθέσεις. Άρα δεν είναι ζήτημα εσωτερικής πολιτικής κατανάλωσης, δεν είναι κάτι που αφορά τη σημερινή κυβέρνηση, τους στόχους της. Είναι κάτι που αφορά την Ελλάδα, είναι εθνικός στόχος και πιστεύω ότι με αυτή την προσέγγιση πρέπει να το δούμε όλοι.

 

A. Παπαμιλτιάδου: Κύριε Πρόεδρε, Πάνω στο θέμα του χρέους. Μιλήσατε για την ποσοτική χαλάρωση που είναι ξεκάθαρη η απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Όλοι οι συνομιλητές σας σήμερα δεν έχουν κάποια δικαιοδοσία πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα, καθότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι ένας ανεξάρτητος θεσμός. Τώρα τελευταία, μετά και την έκθεση του κ. Στουρνάρα τον Ιούλιο, Ιούνιο εάν θυμάμαι καλά, που χαρακτήρισε την απόφαση του Eurogroup οπισθοδρομική και λίγο φοβική πάνω στο χρέος, έχει αρχίσει να ξεκαθαρίζει ότι και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θεωρεί ότι το χρέος δεν είναι βιώσιμο και χρειάζονται περισσότερα μέτρα από αυτά που έχει αποσαφηνίσει ή θα αποσαφηνίσει προσεχώς το Eurogroup και ο ESM. Βλέπουμε δηλαδή ότι δεν υπάρχει μόνο αυτή η αντιπαλότητα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου με την Γερμανία, υπάρχει και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Εσείς πώς βλέπετε να λύνεται αυτός ο γόρδιος δεσμός που δημιουργείται;

Α. Τσίπρας: Κοιτάξτε, πράγματι οι συνομιλητές μου δεν ήταν οι αρμοδιότεροι να απαντήσουν για την ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, όμως γνωρίζουν πάρα πολύ καλά τους όρους και τις προϋποθέσεις που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και ο Πρόεδρός της για την ένταξη και της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης και πιστεύω ότι έγινε απολύτως κατανοητό ότι πρέπει να γίνει –  να θυμηθώ και μια φράση του ίδιου του κ. Ντράγκι που είχε πει «whatever it takes»  «ό,τι  είναι δυνατόν και ό,τι πρέπει να γίνει» – προκειμένου να ενταχθεί και η Ελλάδα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Ως προς αυτό μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι ήταν κοινή διαπίστωση από τις συναντήσεις που είχα σήμερα με όλους μου τους συνομιλητές.

 

Μ. Σπινθουράκης: Κύριε Πρόεδρε, αναφερόμενος στο προσφυγικό, αφήσατε να εννοηθεί ότι υπάρχουν κάποιες χώρες οι οποίες έχουν προβλήματα με την Ελλάδα, αλλά διαβάζοντας την απόφαση της Συνόδου Κορυφής του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος χθες στο Μάαστριχτ, που επί της ουσίας λέει ότι η ανεπάρκεια της Ελλάδας μπορεί να τινάξει την συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας στον αέρα, νομίζω ότι εδώ είναι περισσότερο μία πολιτική αντίληψη και όχι μία γεωγραφική συνένωση. Αυτή η κατάσταση πιστεύετε σας δημιουργεί πρόσθετα προβλήματα μέσα στην Ευρώπη;

Α. Τσίπρας: Κύριε Σπινθουράκη, ο καταλληλότερος να αναλύσει και να εξηγήσει την απόφαση του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος δεν είμαι εγώ, είναι μάλλον ο κ. Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία που ανήκει στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα. Καταρχάς, το πληροφορούμαι από εσάς, δεν είχα την ενημέρωση αυτή, αλλά, θα περίμενα, αν υπήρξε τέτοια εχθρική στάση του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος απέναντι στην Ελλάδα, να είναι εκεί οι εκπρόσωποι της Νέας Δημοκρατίας και να την αντικρούσουν.

 

Μ. Ψαρρά: Έχουμε ένα κρίσιμο ραντεβού τη Δευτέρα για την εκταμίευση της υποδόσης των 2,8 δις ευρώ για την επίσημη ολοκλήρωση – με σφραγίδα – της πρώτης αξιολόγησης. Είσαστε αισιόδοξος γι’ αυτό; Και μια που ξεκινάει ουσιαστικά και η δεύτερη αξιολόγηση, πείτε μας λίγο και για αυτή.

Α. Τσίπρας: Καταρχάς, θεωρώ ότι το γεγονός ότι δεν εδόθη πακέτο και αυτό το ποσό των 1,7 δις ευρώ για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές, όπως γνωρίζετε, οφείλεται σε καθαρά τεχνικούς λόγους. Δεν υπήρχε η δυνατότητα την περίοδο που έγινε το Eurogroup να υπάρχει τεχνική έκθεση που φανερώνει το ποσοστό της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του μηνός Σεπτεμβρίου. Τώρα που υπάρχει αυτό, το τεχνικό πρόβλημα λύθηκε και αυτό το 1,7 δις θα πάει στην πραγματική οικονομία, εκεί που υπάρχει μεγάλη ανάγκη για να πληρωθούν ληξιπρόθεσμες οφειλές.

 

Ε. Καλογεροπούλου: Κύριε Πρωθυπουργέ, είπατε ότι ήσασταν ευγενής απέναντι στην κα Μέρκελ και δε θέσατε το θέμα του κ. Σόιμπλε. Καθώς έχετε στο παρελθόν υποστεί τις εκβιαστικές μεθόδους του κ. Σόιμπλε και μέχρι στιγμής εμφανίζεται να είναι απόλυτος ότι το θέμα του χρέους θα συζητηθεί το 2018, πώς είστε αισιόδοξος ότι στο τέλος του χρόνου θα έχουμε κάποια θετικά αποτελέσματα;

Α. Τσίπρας: Κοιτάξτε, αυτό που τονίζω εγώ είναι ότι στις κυβερνήσεις κυβερνούν οι αρχηγοί των κυβερνήσεων. Αυτοί έχουν τον τελικό λόγο. Συνεπώς, όπως δεν θα ανεχόμουν κάποιος να μου κάνει παρατηρήσεις για τον Υπουργό των Οικονομικών μου, αλλά θα του ζητούσα να μου πει εγώ τι πρέπει να κάνω, έτσι κι εγώ δεν θέτω, όταν συναντιέμαι με την Καγκελάριο της Γερμανίας, ζητήματα που αφορούν μεμονωμένα άλλους Υπουργούς της. Ζητώ από την ίδια τη θέση της και τις απόψεις της.

 

Ε. Σαββοπούλου: Θα πιαστώ από την τελευταία κουβέντα που είπατε ότι ζητάτε να σας πει τις απόψεις και τις θέσεις της. Επειδή μάθαμε από εσάς τι είπατε εσείς στην κα Μέρκελ, μήπως θέλετε να μας πείτε τι σας είπε η ίδια;

Α. Τσίπρας: Ξέρετε, αυτό είναι κάτι που ποτέ δεν έχω κάνει και χάρη σε αυτό, σε αυτή τη στάση μου να μη μεταφέρω εγώ αυτά που μου λένε οι Ευρωπαίοι ηγέτες στις κατ’ ιδίαν συνομιλίες μας, πιστεύω ότι έχω καταφέρει να έχω μία σχέση εμπιστοσύνης μαζί τους. Άρα, μη με ρωτάτε κάτι τέτοιο. Ποτέ δεν θα μεταφέρω εγώ – αν θέλουν οι ίδιοι, μπορούν να μεταφέρουν αυτοί τις δικές τους απόψεις και θέσεις.

Θέλω, κλείνοντας, να σας πω και μια ακόμα, πιστεύω ενδιαφέρουσα, είδηση. Η επόμενη Σύνοδος των Ευρωπαϊκών Μεσογειακών Χωρών θα λάβει χώρα στις 28-29 Ιανουαρίου στη Λισαβόνα, εν όψει της άτυπης Συνόδου της Μάλτας για το μέλλον της Ευρώπης στις αρχές Φεβρουαρίου. Σας ευχαριστώ πολύ. Να είστε καλά.