Εισήγηση του Πρωθυπουργού στη συνεδρίαση της Επιτροπής Διαλόγου για τη Συνταγματική Αναθεώρηση


Κατ’ αρχάς, θέλω να σας ευχαριστήσω όλους, για μια ακόμη φορά, για τη συμμετοχή σας και τη συνεισφορά σας. Σας συναντώ μετά από την πρώτη πρόσκληση μετά από πέντε μήνες και να σας ευχαριστήσω, διότι στο μεσοδιάστημα, αθόρυβα, χωρίς δημοσιότητα, παράξατε μια ουσιαστική δουλειά προετοιμασίας για να μπορούμε σήμερα να ξεκινάμε ένα εγχείρημα, η επιτυχία του οποίου θα κριθεί από τη συμμετοχή των πολιτών.

Ένα εγχείρημα διαλόγου με την Κοινωνία των Πολιτών και με τους ίδιους τους πολίτες. Ένα ζήτημα που κατ’ εξοχήν αφορά τους πολίτες και την οργάνωσή τους στη συντεταγμένη Πολιτεία, που κατ’ εξοχήν αφορά την ίδια τη Δημοκρατία.

Θα ήθελα εξαρχής να τονίσω ότι η Επιτροπή αυτή αποτελεί ένα κρίκο ανάμεσα στην κοινωνία και σε μια εξαιρετικά σοβαρή διαδικασία, που είναι και θεσμικά κατοχυρωμένη και προβλεπόμενη από το ίδιο το υπάρχον Σύνταγμα, που είναι η συζήτηση γύρω από το Σύνταγμα και την αναθεώρησή του. Και υπό αυτή την έννοια, αυτή η λειτουργία της Επιτροπής ως κρίκου ανάμεσα στην Κοινωνία των Πολιτών και τη θεσμική διαδικασία δεν απαιτούσε, εκ των προτέρων, τα μέλη της Επιτροπής να έχουν ιδιαίτερη άποψη επί των αλλαγών του Συντάγματος, αλλά να έχουν, βεβαίως, κύρος για να έχει αξιοπιστία το εγχείρημα, αλλά ταυτόχρονα και διάθεση να συμβάλλουν. Να έχουν, δηλαδή, διάθεση να δώσουν το χρόνο τους, να έχουν μια δραστήρια παρουσία στο κοινωνικό γίγνεσθαι, αλλά ταυτόχρονα τη διάθεση να καταθέσουν χρόνο και εμπειρία, ώστε να πετύχει αυτή η διαδικασία.

Τη διαδικασία αυτή καλούμαστε να την εκκινήσουμε ευθύς αμέσως, όταν δηλαδή θα δοθεί η δυνατότητα στον κάθε πολίτη ξεχωριστά ή και στις ομάδες των πολιτών να μπορέσουν να παρέμβουν στη συζήτηση, όχι για να την καθοδηγήσουν, να τη χειραγωγήσουν. Αλλά για να την κάνουν πιο ενδιαφέρουσα και ταυτόχρονα για να δώσουν και σε μας τους βουλευτές, που συντεταγμένα θα κληθούμε να πάρουμε αποφάσεις για την αναθεώρηση του Συντάγματος, μέσα από την προβλεπόμενη θεσμική διαδικασία, το στίγμα, τη «μυρωδιά», αν θέλετε, του πώς σκέφτεται η κοινωνία, τι ζητούν οι πολίτες από μας.

Θέλω να επισημάνω ότι επιλέξαμε αυτή τη διαδικασία – και δεν θέλω να το κρύψω αυτό – εξετάζοντας και την εμπειρία των προηγούμενων συνταγματικών αναθεωρήσεων. Μια εμπειρία που έδειξε ότι παράλληλα με την οργάνωση της συζήτησης σε επιστημονικό επίπεδο, που είναι βεβαίως απαραίτητη, οφείλουμε να εμπλέξουμε στη συζήτηση και την ίδια την κοινωνία. Έτσι ώστε η θεσμικά προβλεπόμενη διαδικασία να μπορέσει να λάβει υπόψη το σύνολο του προβληματισμού και των προτάσεων, οι οποίες είναι δυνατόν να κατατεθούν.

Θέλω να θέσω ένα κεντρικό ερώτημα εισαγωγικά, γιατί νομίζω ότι δεν είναι αυτονόητο για όλους. Μπορεί κανείς να διαφωνεί, να έχει ενστάσεις με τον τρόπο με τον οποίο κανείς θα εμπλέξει την Κοινωνία των Πολιτών σε αυτή τη διαδικασία, αλλά πρέπει να απαντήσουμε στο ερώτημα: Είναι αναγκαίο να εμπλακεί; Χρειάζεται να ερωτηθεί η ελληνική κοινωνία για τη συνταγματική αναθεώρηση, για το τι Σύνταγμα επιθυμούμε να έχουμε;

Εγώ νομίζω ότι πρέπει να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, το οποίο δεν είναι τόσο αυτονόητο. Η συζήτηση για το Σύνταγμα, κατά την άποψή μου, είναι η πιο άμεση, η πιο καθαρή και η πιο ουσιαστική συζήτηση για την ίδια τη Δημοκρατία και το περιεχόμενό της. Και η Δημοκρατία δεν μπορεί να θεωρείται ως ένας όρος κενός περιεχομένου. Είναι μια έννοια που συνδέεται, επιτρέψτε μου το σχήμα, με άλλα τρία σημαντικά «Δ»: τα Δικαιώματα, τη Διαφάνεια και τη Δικαιοσύνη. Και οι αξίες αυτές είναι που καθορίζουν το δικαίωμα και τη δυνατότητα των πολιτών να ζουν σε ένα θεσμικά οργανωμένο και αναπτυγμένο κράτος.

Οι πολίτες, λοιπόν, είναι αυτοί που πρέπει να έχουν λόγο στη συζήτηση. Θα έλεγα ότι ίσως είναι οι πρώτοι που θα έπρεπε να έχουν λόγο σε αυτή τη συζήτηση. Επαναλαμβάνω, όχι βεβαίως για να δεσμεύσουν τις αποφάσεις των βουλευτών, αλλά για να έχει η Βουλή μια ολοκληρωμένη εικόνα του προβληματισμού και των απόψεων που υπάρχουν στο κοινωνικό σύνολο.

Ειδικά, θα έλεγα, όταν στη συνταγματική αυτή επικείμενη αναθεώρηση, θα τεθούν και ζητήματα που αφορούν άμεσα κοινοβουλευτικές λειτουργίες. Όπως, για παράδειγμα, η πολυσυζητημένη ευθύνη των υπουργών και οι στρεβλώσεις που το ισχύον θεσμικό πλαίσιο έχει δημιουργήσει, όπως η μορφή της κοινοβουλευτικής ασυλίας. Καλό είναι, λοιπόν, στα ζητήματα αυτά να είναι σαφής και η θέση και η στάση της Κοινωνίας των Πολιτών, πριν κληθούμε «εμείς» να πάρουμε αποφάσεις για ζητήματα που αφορούν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούμε.

Μπορεί κάποιοι να ισχυριστούν ότι η εμπλοκή της Κοινωνίας των Πολιτών και του κάθε πολίτη ξεχωριστά σε αυτή τη διαδικασία ενέχει έναν κίνδυνο: να δημιουργήσουμε την εντύπωση ότι οι πολίτες, ο λαός ως υποκείμενο έχει πάντα δίκιο. Και άρα, μπορεί να εκτοπίσει τις θεσμικά κατοχυρωμένες διαδικασίες, την απόφαση δηλαδή του βουλευόμενου Σώματος και να κατευθύνει κατ΄ αυτό τον τρόπο τις θεσμικές διαδικασίες.

Θέλω να πω ευθέως ότι απόψεις που, αν θέλετε, δημιουργούν μια εικόνα «αγιοποίησης» της κυρίαρχης, κάθε φορά, άποψης που επικρατεί στο κοινωνικό στρώμα, είναι απόψεις που ενέχουν κινδύνους. Δεν θέλω να ισχυριστώ επ’  ουδενί ότι ο λαός έχει πάντα δίκιο, ούτε ότι μπορεί η βούλησή του να εκτοπίσει ή να κατευθύνει τις θεσμικές διαδικασίες.

Από την άλλη, όμως, θέλω να επισημάνω ότι εξίσου επικίνδυνες για την ίδια τη Δημοκρατία είναι και οι απόψεις που λένε το ακριβώς αντίθετο: ότι ο λαός δεν μπορεί να εκφράζει τις απόψεις του, παρά μονάχα μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια, όταν καλείται να επιλέξει τη Βουλή που θα αποφασίζει για την επόμενη τετραετία.

Πρέπει, λοιπόν, να βρούμε μια κατάλληλη ισορροπία. Πιστεύω ότι μια ευρεία και ανοιχτή διαδικασία οργανωμένη με σοβαρό και υπεύθυνο τρόπο, μπορεί να είναι εξαιρετικά παραγωγική και εξαιρετικά χρήσιμη στην υπόθεση της συνταγματικής αναθεώρησης και μπορεί να συμβάλλει, ώστε η διαδικασία αυτή να γίνει πιο ουσιαστική και πιο περιεκτική.

Αυτοί που υποτιμούν, κατά την άποψή μου, την άποψη των πολιτών, ίσως κάτι να έχουν να διασφαλίσουν, κάτι να έχουν να κρύψουν, κάτι να φοβούνται από την άποψη των πολιτών. Αλλά, ας μη συνεχίσω σε αυτή τη συζήτηση. Ίσως να έχουν προκαταλήψεις. Εγώ θέλω να δώσω το στίγμα της ισορροπίας που απαιτείται ανάμεσα στην άποψη που λέει ότι «τα πάντα θα τα καθορίζει ο λαός που κάθε φορά έχει δίκιο» και την άλλη άποψη που λέει ότι  «ο λαός είναι για να μας λέει την άποψή του κάθε τέσσερα χρόνια».

Θέλω να επισημάνω, επίσης, ότι η Δημοκρατία δεν έχει να φοβηθεί τίποτα από τους πολίτες. Άλλωστε, από αυτούς αντλεί την πραγματική της δύναμη. Αυτή είναι η θεμελιακή ιδέα πάνω στην οποία βασίζεται, άλλωστε, και η πρωτοβουλία μας. Πρωτοβουλία για έναν ουσιαστικό δημόσιο διάλογο.

Και να πω, επίσης, ότι η Δημοκρατία στον τόπο μας έχει περάσει από πολλά στάδια. Και η εδραίωσή της δεν υπήρξε εύκολη υπόθεση. Χρειάστηκαν αγώνες, συγκρούσεις για να τη θεωρούμε αυτονόητη. Όπως, επίσης, θα έλεγα ότι χρειάστηκε και γενναιότητα και ειλικρίνεια όλων των παρατάξεων, ώστε να κλείσει ο κύκλος ο εμφυλιακός, ο κύκλος του εμφυλίου και να περάσουμε σε ένα Κράτος Δικαίου ικανό να εγγυηθεί τις πολιτικές και ατομικές ελευθερίες και τα δικαιώματα για όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες του.

Σήμερα, λοιπόν, σαράντα και πλέον χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση, πιστεύω ότι αυτός ο κύκλος συζήτησης έχει κλείσει. Και άρα είναι η στιγμή να ανοίξει ένας άλλος κύκλος. Θα βάλουμε στο τραπέζι ερωτήματα που έχουν εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά και αφορούν, αν θέλετε, αυτό που εγώ θα ονόμαζα την «επαναθεμελίωση της Δημοκρατίας»: Την κατοχύρωση, αλλά και τη διεύρυνση των δημοκρατικών ελευθεριών, την ενίσχυση των κοινοβουλευτικών θεσμών, αλλά και την ενίσχυση του ίδιου του κύρους της κοινοβουλευτικής λειτουργίας, την ουσιαστική εδραίωση της διαφάνειας, όχι μόνο ως ένα σχήμα λόγου, αλλά την ουσιαστική διαφάνεια, καθώς και νέα θέματα που μπαίνουν στο τραπέζι, όπως, για παράδειγμα, την εγκαθίδρυση νέων θεσμών λαϊκής συμμετοχής, που σε άλλες χώρες, τις αναπτυγμένες χώρες, παίζουν έναν ουσιαστικό ρόλο στη λειτουργία του Πολιτεύματος.

Και βεβαίως, μέσα από όλα αυτά, να ξαναδούμε την ανάγκη να αποκτήσει και ένα νέο περιεχόμενο ο όρος της Λαϊκής Κυριαρχίας, που τόσο πολύ έχει ταλαιπωρηθεί, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, όπου η χώρα μας, εξαιτίας της οικονομικής της αδυναμίας, της υπερχρέωσής της, έχει βρεθεί σε ένα καθεστώς αναγκαστικής οικονομικής επιτροπείας.

Θα έλεγα, λοιπόν, ότι όλα αυτά τα ζητήματα, που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, η κοινωνία, οι παρέες στα καφενεία τα συζητούν ήδη, διαμορφώνουν την ύλη αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε μια συζήτηση για μια θεσμική τομή, μια συζήτηση γι΄ αυτό που θα μπορούσα να πω ως «τη Νέα Μεταπολίτευση». Ίσως να ακούγεται μια βαρύγδουπη έννοια, όμως στην πραγματικότητα αυτό καλούμαστε να συζητήσουμε. Να συζητήσουμε, δηλαδή, πώς θέλουμε, σε ποιο θεσμικό πλαίσιο θέλουμε να είναι η Ελλάδα του 2020 και μετά. Η Ελλάδα του 2021 έχουμε πει συμβολικά, διότι το 2021 γιορτάζουμε και τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση και ίσως έχει έναν ισχυρό συμβολισμό. Έτσι ώστε αυτή η συζήτηση, αυτό το νέο θεσμικό πλαίσιο, που εκ των πραγμάτων συμπίπτει και με την έξοδο της χώρας από την αναγκαστική οικονομική επιτροπεία.  Και όλοι ελπίζουμε  και με την οριστική έξοδο από την κρίση, η Ελλάδα  να είναι πλέον μία χώρα στην οποία δεν θα επικρατεί μονάχα η κανονικότητα σε ό,τι αφορά την πορεία της οικονομίας, αλλά να είναι μια χώρα στην οποία τα «τρία Δέλτα», που είπα πιο πριν, «Δικαιώματα,  Διαφάνεια, Δικαιοσύνη», να είναι θεσμικά θωρακισμένα και  – επιτρέψτε μου να πω –  η Δημοκρατία στο σύνολό της να λειτουργεί με τον πλέον σταθερό και ουσιαστικό τρόπο.

Η ανάγκη, λοιπόν, να ανοίξουμε έναν τέτοιο δρόμο και να δώσουμε απαντήσεις προς αυτή την κατεύθυνση, πιστεύω ότι σήμερα -ειδικά σήμερα που είμαστε στη φάση της μετάβασης, στη φάση προς την έξοδο από την κρίση – είναι περισσότερο επιτακτική από κάθε άλλη φορά.

Ειδικά, θα έλεγα, όταν -με αφορμή και την καταστροφική αυτή κρίση- ολοένα και πληθαίνουν άλλου είδους απόψεις που πρέπει να τις λάβουμε κι αυτές υπόψη.

Όπως, για παράδειγμα, το να εκχωρούνται σημαντικά κομμάτια της πολιτικής σε τεχνοκράτες και να απομονώνονται τα πεδία λήψης αποφάσεων από το πεδίο της λαϊκής κυριαρχίας, κάτι που, κατά την άποψή μου, θα συνιστούσε προφανή υποχώρηση από κάθε στοιχειώδη αντίληψη περί δημοκρατίας. Αλλά είναι και αυτό ένα κομμάτι απόψεων που πρέπει να τα λάβουμε υπόψη μας στον διάλογο που θα ξεκινήσει.

Η διεξαγωγή λοιπόν, για να μην μακρηγορήσω, ενός πραγματικά ανοιχτού δημοκρατικού διαλόγου γύρω από τα θέματα που αφορούν τη συνταγματική αναθεώρηση, είναι – κατά την άποψή μου – μια πολύ μεγάλη πρόκληση.

Σε αυτή την πρόκληση, καλείται να ανταποκριθεί η Επιτροπή Διαλόγου για την Συνταγματική Αναθεώρηση, το αμέσως επόμενο διάστημα.

Στόχος πρέπει να είναι η συζήτηση που θα διεξαχθεί να καλύψει όσο το δυνατόν περισσότερα θέματα και ει δυνατόν όλες τις απόψεις, δημιουργώντας έτσι, την ώθηση για μια Αναθεώρηση που θα είναι πραγματικά ευρεία. Που δεν θα περιορίζεται σε μικρές τεχνικού χαρακτήρα αλλαγές, αλλά θα αποτελεί μια ουσιαστική θεσμική τομή.

Τώρα, προφανώς η επιτυχία ή μη του εγχειρήματος θα φανεί -όπως είπα αρχικά- από τη συμμετοχή. Και εκεί είναι το στοίχημα. Κατά την άποψή μου, είναι αυτονόητο ότι όσο μεγαλύτερο κομμάτι λάβει μέρος στη συζήτηση αυτή τόσο πιο ικανοποιημένοι πρέπει να είμαστε.

Και όταν λέμε μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας, προφανώς αναφερόμαστε και σε κάθε πολίτη ξεχωριστά, αλλά και σε οργανωμένες συλλογικότητες, σε φορείς, οργανώσεις, κοινωνικές ομάδες. Και το ουσιαστικό, κατά την άποψή μου, είναι να ξέρει ο πολίτης, είτε αυτόνομα δρων είτε ενταγμένος σε κάποια συλλογικότητα ότι η άποψή του θα ληφθεί υπόψη. Δεν θα είναι απλά ένα chat στο διαδίκτυο όπου απλά θα την πει και θα φύγει.

Και αυτό νομίζω ότι έχει η Επιτροπή, από όσο με έχει ενημερώσει ο κύριος Σπουρδαλάκης, έχει φροντίσει ώστε να κατοχυρωθεί με έναν τρόπο. Με έναν τρόπο που  είναι αδιάβλητος. Ο καθένας, μέσα από το διαδίκτυο, χρησιμοποιώντας τον κωδικό που έχει ο κάθε πολίτης στο σύστημα TAXIS, θα έχει τη δυνατότητα να καταγράφει την άποψή του. Η άποψή του να μετράει μία φορά ως ψήφος ή ως κατάθεση. Και αυτή η άποψη η καταγεγραμμένη του καθενός ξεχωριστά και των συλλογικοτήτων ακόμα περισσότερο -που βεβαίως θα έχουν τη δική τους βαρύτητα- θα είναι στοιχείο, ψηφίδα του συνολικού παζλ, που θα τεθεί υπόψη στο τέλος, σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις και στους βουλευτές, για να διαμορφωθεί ο χάρτης των απόψεων, των τάσεων της ελληνικής κοινωνίας, άρα και της δυναμικής της ελληνικής κοινωνίας στην πορεία προς τη μεταρρύθμιση.

Χρειάζονται σ’ αυτή την κατεύθυνση, βεβαίως, και οι ανοιχτές συζητήσεις με την κοινωνία των πολιτών. Είμαι υπέρμαχος της σημασίας της συμβολής των νέων τεχνολογιών, έχω και τον κύριο Τζήκα απέναντί μου, εν τούτοις πιστεύω στη δυναμική των ομάδων και των συλλογικοτήτων και στη δυνατότητα που έχει ένας συλλογικός και ζωντανός διάλογος να διαμορφώσει απόψεις. Διότι κάποιος μπροστά στον υπολογιστή του ξεκινάει με μια άποψη. Οι δυνατότητες της διαμόρφωσής της όταν ο διάλογος δεν είναι ζωντανός και ανοιχτός είναι πιο περιορισμένες. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι ο διάλογος αυτός πρέπει να λειτουργήσει, να οργανωθεί κατ’ αρχάς και σε επίπεδο τοπικό, σε επίπεδο δήμων, περιφερειών. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι η συμβολή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης έχει ιδιαίτερη σημασία.

Χρειάζεται, όμως, να βρούμε τον τρόπο να ακουστεί και η φωνή -επιτρέψτε μου την έκφραση- των αποκλεισμένων από την εξουσία, αυτών που δεν έχουν τόσο δυνατή φωνή και ιδιαίτερα των νέων ανθρώπων που δύσκολα συμμετέχουν σε διαδικασίες κλειστές, ας το πω έτσι. Και πρέπει να βρούμε τον τρόπο αυτόν. Να εντάξουμε σ’ αυτή τη διαδικασία του διαλόγου ακόμη κι αυτούς που πολλές φορές η θεσμική οργάνωση της Πολιτείας τους αγνοεί, ακόμη και οι ίδιες οι μετρήσεις της κοινής γνώμης τους αγνοούν, που είναι κάτω από τα ραντάρ. Αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο. Εκεί μπορεί να βοηθήσει το διαδίκτυο.

Και γι’ αυτό τον λόγο νομίζω ότι η δουλειά που έχει ήδη γίνει με τη διαδικτυακή πλατφόρμα, που ήδη λειτουργεί και που ο καθένας με διαφάνεια και απόλυτο σεβασμό στα προσωπικά του δεδομένα μπορεί να καταθέσει τις απόψεις του, νομίζω ότι μπορεί να στοχεύσει σε συγκεκριμένα κοινά, σε συγκεκριμένες ηλικίες, σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες.

Κλείνοντας, λοιπόν, είμαι βέβαιος ότι αυτός ο προγραμματισμός, που έχετε καταρτίσει, μπορεί να ανταποκριθεί πλήρως στις ανάγκες που έχουμε θέσει για ένα πολύ καλό αποτέλεσμα.

Βεβαίως, μετά την έναρξη και την πορεία της διαδικασίας διαλόγου, ξεκινάει μια άλλου είδους δουλειά, που είναι εξίσου δύσκολη: Η οργανωμένη προσπάθεια, προκειμένου να καταγραφεί και να κωδικοποιηθεί το σύνολο προτάσεων που θα έχουν κατατεθεί στη διαδικασία αυτή.

Από την ιστοσελίδα της Επιτροπής, οι πολίτες θα μπορούν να παρακολουθούν σε ζωντανό χρόνο την πορεία του διαλόγου και βεβαίως να ενημερώνονται και να αλληλοτροφοδοτούν τον προβληματισμό και τις απόψεις που κατατίθενται. Αλλά όλη αυτή η διαδικασία θα πρέπει κάποια στιγμή να συγκεντρωθεί, να κωδικοποιηθεί και να παρουσιαστεί σ’ αυτούς που θα κληθούν να λειτουργήσουν μέσα στα προβλεπόμενα θεσμικά πλαίσια της διαδικασίας, δηλαδή μέσα στη Βουλή.

Εγώ θα σας πρότεινα, αυτό είναι κάτι που εσείς θα αποφασίσετε, εάν είναι εφικτό αυτό να γίνει με έναν ορίζοντα μέχρι το τέλος του καλοκαιριού. Ούτως ώστε να μπορεί η Βουλή να εκκινήσει τις θεσμικά προβλεπόμενες διαδικασίες το ερχόμενο φθινόπωρο. Αυτό είναι κάτι το οποίο εσείς θα αποφασίσετε, εσείς θα το μετρήσετε. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση η τελική απόφαση θα είναι και συνάρτηση της ίδιας της πορείας της διαδικασίας και της συμμετοχής των πολιτών και της Κοινωνίας των Πολιτών στη διαδικασία.

Είναι, λοιπόν, μια πρόκληση αυτό που έχουμε μπροστά μας. Είναι ένα πολύ ενδιαφέρον στοίχημα, το στοίχημα της συμμετοχής της Κοινωνίας των Πολιτών σε μια διαδικασία που μας αφορά όλους. Είναι ένα στοίχημα, αν θέλετε, για την ποιότητα της Δημοκρατίας μας, ο διάλογος και η αντιπαράθεση δεν πρέπει να μας φοβίζουν. Είναι στοιχεία αναζωογονητικά και προωθητικά για την ίδια τη Δημοκρατία. Και θα έλεγα ότι είναι και ενδεικτικά του πολιτικού πολιτισμού που πρέπει να επικρατεί στη δημόσια σφαίρα.

Είμαι βέβαιος, λοιπόν, ότι αυτό το πρωτότυπο εγχείρημα θα στεφθεί με επιτυχία και θέλω να σας ευχηθώ καλή δύναμη, με τη βεβαιότητα ότι η Επιτροπή θα καταφέρει να ανταποκριθεί πλήρως στο εξαιρετικά ενδιαφέρον έργο της. Και να πω ότι είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι αυτό το εγχείρημα, να βάλουμε την κοινωνία και τους πολίτες σε μια ουσιαστική συζήτηση για τη διεύρυνση και την εδραίωση των δημοκρατικών θεσμών στη χώρα μας, στη συζήτηση για το ποια Ελλάδα θέλουμε, ποια θέλουμε να είναι η Ελλάδα στις αρχές της επόμενης δεκαετίας, η Ελλάδα του 2021. Είναι, λοιπόν, μια συζήτηση που θα δικαιωθεί, να πω με βεβαιότητα ότι είναι ένα εγχείρημα που θα δικαιωθεί από την ίδια τη συμμετοχή των πολιτών, γιατί –επαναλαμβάνω- αυτός είναι ο τελικός μας κριτής.

Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας να με ακούσετε, αλλά θα ήθελα να έχω την ευκαιρία να ακούσω και εγώ τη σκέψη σας στην επόμενη μισή ώρα που μας απομένει.