Ομιλία του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα στον ΟΟΣΑ

Αγαπητέ Γενικέ Γραμματέα του ΟΟΣΑ,

Κυρίες και κύριοι,

Με χαρά και τιμή βρίσκομαι εδώ για να μιλήσω μπροστά στο σημερινό κοινό.

Είμαι εδώ, ανάμεσά σας, όχι μόνο ως πρωθυπουργός της Ελλάδας, αλλά και ως ευρωπαίος ηγέτης που αγωνίζεται ώστε η πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα να δώσει μια νέα ώθηση στην Ευρώπη. Επειδή η Ελλάδα δεν είναι suigeneris  αλλά αποτελεί σύμπτωμα μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής αδυναμίας.

Αποτελεί σχεδόν κοινό τόπο μεταξύ των οικονομολόγων, των διανοουμένων και των διεθνών οργανισμών, όπως ο ΟΟΣΑ και το ΔΝΤ, ότι η Ευρώπη χρειάζεται απεγνωσμένα να ξεφύγει από την παγίδα της λιτότητας για να εγκαινιάσει μια νέα εποχή ανάπτυξης και ευημερίας.

Η εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις 25 Γενάρη έχει δώσει νέα ελπίδα σε εκατομμύρια ανθρώπους που έχουν πληγεί από την λιτότητα στην Ευρώπη. Είναι μια μεγάλη ευκαιρία ώστε να δοθεί η αναγκαία ώθηση προς την επιθυμητή κατεύθυνση. Μία κατεύθυνση κοινής λογικής και ρεαλιστικής πολιτικής που θα κάνει, σε μια ρεαλιστική αποτίμηση, των περιορισμών και των δυνατοτήτων, με προτεραιότητα στις ανάγκες των ανθρώπων και όχι στην ιδεολογία. Χρειαζόμαστε μια αποφασιστική στροφή υπέρ των συλλογικών συμφερόντων και των λαϊκών προσδοκιών. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να ξανακερδίσουμε τις καρδιές των Ευρωπαίων και να αποκατασταθεί το κύρος του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.

Πρέπει να σεβόμαστε τη δημοκρατία και την έκφραση της ελεύθερης βούλησης των λαών, αν δεν θέλουμε να παραδώσουμε την Ευρώπη στην ακραία εθνικιστική και λαϊκιστική δεξιά.

Για την Ελλάδα, η εποχή της λιτότητας, των μνημονίων και της τρόικας έχει παρέλθει. Και αυτό είναι οριστικό και αμετάκλητο. Εκείνοι που συμπεριφέρονται σαν οι Έλληνες να μην ψήφισαν ποτέ ή σαν η ψήφος τους να μην έχει σημασία, στην πραγματικότητα καθιστούν την Ευρώπη άνευ σημασίας στα μάτια των πολιτών της.

Θεωρούμε ότι η πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα είναι σε μεγάλο βαθμό συμβατή με την δημιουργία μιας νέας ποιοτικής σχέσης με τους ευρωπαίους εταίρους μας η οποία θα βασίζεται στην ειλικρίνεια, τον ρεαλισμό και την αμοιβαία κατανόηση.

Δεν μπορούμε πλέον να υποκρινόμαστε ότι δεν υπάρχει ανθρωπιστική κρίση στην Ελλάδα ως αποτέλεσμα των υφεσιακών πολιτικών της εσωτερικής υποτίμησης.

Δεν μπορούμε πλέον να υποκρινόμαστε ότι το δημόσιο χρέος της χώρας είναι βιώσιμο και εξυπηρετήσιμο, όταν ανέρχεται περίπου στο 178% του ΑΕΠ, με τους τόκους περίπου στα €6,5 δισεκατομμύρια ετησίως μέχρι το 2021, και μετά στα €11 δισεκατομμύρια και το 2022  στα €24,5 δισεκατομμύρια.

Και δεν μπορούμε πια να συνεχίσουμε με εξωπραγματικά και υφεσιακά πρωτογενή  πλεονάσματα της τάξης του 3% το 2015 και του 4,5% στη συνέχεια, απλά και μόνο για να προσποιούμαστε ότι το Ελληνικό δημόσιο χρέος είναι βιώσιμο.

Μετά από πέντε χρόνια οικονομικής ύφεσης και κοινωνικών δυσκολιών, η χώρα μας παραμένει σε δεινή οικονομική κατάσταση. Τα προβλήματά μας εκτείνονται σε πολλές πτυχές της οικονομικής δραστηριότητας, από την οικονομική επισφάλεια μέχρι την μαζική ανεργία και τη φτώχεια.

Το έργο της κυβέρνησής μας κάθε άλλο παρά εύκολο είναι. Απαιτεί σημαντικές μεταρρυθμίσεις για την αντιμετώπιση ιστορικά ριζωμένων αδικιών και της αναποτελεσματικότητας του οικονομικού μας συστήματος.

Αυτό, με τη σειρά του, απαιτεί δύο πράγματα: Πρώτον, την πολιτική βούληση ώστε να αντιπαρατεθούμε όλα αυτά τα οργανωμένα  συμφέροντα που επωφελούνται εις βάρος της πλειοψηφίας των πολιτών. Η κυβέρνησή μας έχει αυτή τη βούληση. Δεύτερον, χρειαζόμαστε τεχνική εμπειρία ώστε να εντοπίσουμε τις  θεσμικές δομές που μπλοκάρουν τις αλλαγές και να τις μεταρρυθμίσουμε με σταθερό τρόπο. Η συνδρομή του ΟΟΣΑ στο θέμα αυτό είναι πολύτιμη.

Επιθυμούμε μια νέα σχέση με τον ΟΟΣΑ μακριά από τις εργαλειοθήκες του παρελθόντος, οι οποίες ποτέ δεν είχαν γίνει αποδεκτές από τους  πολίτες ως ένα δικό τους σύνολο μεταρρυθμίσεων. Η συνεργασία θα πλαισιώνεται από το πρόγραμμα της κυβέρνησής μας για προοδευτικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, κάθε περίπτωση θα εξετάζεται χωριστά, και σε ότι αφορά τις τεχνικές λεπτομέρειες που πλαισιώνουν την εφαρμογή τους.

Κυρίες και Κύριοι,

Είναι απολύτως ζωτικής σημασίας για την Ελλάδα το δημόσιο χρέος της να αναδιαρθρωθεί. Αυτό θα προσφέρει στην χώρα ρευστότητα, μειώνοντας δραματικά τις αποδόσεις των δεκαετών κρατικών ομολόγων, και θα καθιστά δυνατό πάλι για εμάς να καλύψουμε τις χρηματοδοτικές ανάγκες μας στις αγορές κεφαλαίων. Κατά την άποψή μας, η νομισματική ένωση ως σύνολο ζημιώνεται από την αποτυχία να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα του δημόσιου χρέους της Ελλάδας. Ο φαύλος κύκλος της παγίδας του χρέους και η μόνιμη εξάρτηση δεν αποτελούν μια μέθοδο που εξασφαλίζει μια συνολικά υγιή ευρωζώνη. Πρέπει να αντικαταστήσουμε την πολιτική μυωπία με έμπνευση και τόλμη.

Η Ελλάδα χρειάζεται δημοσιονομικό χώρο ώστε να ανακτήσει την ικανότητα να προγραμματίσει και να οργανώσει την οικονομία της. Για το σκοπό αυτό, με την επιστολή του Υπουργού Οικονομικών προς τον Πρόεδρο του Eurogroup στις 18 Φεβρουαρίου, η Ελλάδα ζήτησε παράταση της δανειακής σύμβασης, ως ένα ενδιάμεσο στάδιο προς ένα νέο Συμβόλαιο Ανάκαμψης και Ανάπτυξης. Επιπλέον, αυτό θα υποστηριχθεί από την συμφωνία που θα διαπραγματευτούμε με τους εταίρους μας για το πώς θα καταστεί βιώσιμο και θα εξυπηρετηθεί το δημόσιο χρέος. Αλλά ακόμα κι αν ήμασταν σε θέση με κάποιο τρόπο να αφαιρέσουμε το σύνολο του δημόσιου χρέους, αυτό θα αυξάνονταν και πάλι σύντομα, αν δεν εξαλείψουμε τα βαθύτερα αίτια του. Αυτός είναι ο λόγος που χρειαζόμαστε μεταρρυθμίσεις. Και αυτός είναι ο λόγος που χρειαζόμαστε δημοσιονομικό χώρο: ώστε να είμαστε σε θέση να αντιμετωπίσουμε τα βασικά προβλήματα της πραγματικής οικονομίας, της σχέσης του κράτους με την οικονομία και του κράτους με την κοινωνία. Για να το θέσω διαφορετικά, πρέπει να προχωρήσουμε με το Συμβόλαιο Ανάκαμψης και Ανάπτυξης, ώστε να μπορέσουμε να διασφαλίσουμε ότι, αν επιτύχουμε τη βιωσιμότητα του χρέους και ένα κατάλληλο δημοσιονομικό χώρο, θα έχουμε ένα μοντέλο που θα είναι οικονομικά βιώσιμό και θα απαντά  σε δημοκρατικές, κοινωνικές και οικολογικές προσδοκίες.

Σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία, η Ελλάδα θα πρέπει να προβεί σε κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που αφενός θα λαμβάνουν υπόψη τους τις συνθήκες έκτακτης ανάγκης της οικονομίας και αφετέρου θα είναι διαφορετικές από τις πρακτικές του παρελθόντος. Δεν μπορούμε απλώς να σχεδιάσουμε στρατηγικές μεταρρύθμισης πάνω στις υπάρχουσες πελατειακές πρακτικές, χρειαζόμαστε ένα νέο καθεστώς.

Συνεπώς, για εμάς, η αλλαγή είναι μία φυσιολογική κατάσταση. Η στρατηγική των μεταρρυθμίσεών μας περιλαμβάνει παρεμβάσεις με στόχο, αφενός να εξέλθουμε από το τέλμα και να απομακρυνθούμε από το χαμηλό ισοζύγιο της οικονομίας και αφετέρου να επηρεάσουμε τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του νέου ισοζυγίου. Η αλλαγή πρέπει να είναι ριζοσπαστική – όχι οριακή επειδή η οικονομία μας εξακολουθεί να είναι σε μια κατάσταση σύγχυσης, λόγω της κατάρρευσης των παραγωγικών δυνατοτήτων της. Χρειαζόμαστε ένα σοκ για την ανάκαμψη της οικονομίας. Και, μόλις δοθεί ώθηση στην  ανάπτυξη, οι σε μεγάλο βαθμό ανεκμετάλλευτες δυνατότητες τις υποδεικνύουν ότι θα μπορούσε να διατηρηθεί για μια παρατεταμένη χρονική περίοδο.

Παράλληλα, το δημόσιο χρέος, εάν αναδιαρθρωθεί, θα μπορούσε να έχει μια σταθερά πτωτική τροχιά, ακόμη και με μια μέτρια ανάκαμψη της ονομαστικής αύξησης της παραγωγής.

Η νέα κυβέρνηση έχει πλήρη επίγνωση των ελλείψεων του προ κρίσης μοντέλου ανάπτυξης και στο οποίο ασκούσαμε πάντα κριτική όταν είμαστε στην αντιπολίτευση. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, η πολιτική μας βούληση να αλλάξουμε την Ελλάδα έχει υπάρξει συνεπής και αδιάκοπη. Αυτό εξηγεί γιατί το όραμά μας δεν είναι να επιστρέψουμε στο παρελθόν. Αγωνιζόμαστε για να αλλάξουμε το παρόν, διατηρώντας σταθερά το βλέμμα μας στραμμένο σε ένα μέλλον με οικονομικά και οικολογικά βιώσιμη ανάπτυξη, με κοινωνική δικαιοσύνη και πλήρη απασχόληση.

Είμαστε μια κυβέρνηση της Αριστεράς με νέες ιδέες. Θέλουμε τεχνική βοήθεια για την εφαρμογή τους. Για παράδειγμα, η θέση μας είναι ότι η ανισότητα αποτελεί εμπόδιο τόσο για την ανάπτυξη όσο και για την οικονομική αποτελεσματικότητα.

Και είμαστε ευτυχείς να σημειώσουμε ότι είμαστε σε ευρεία συμφωνία με την πρωτοπόρα έρευνα διεθνών οργανισμών, όπως ο ΟΟΣΑ και το ΔΝΤ, για το θέμα αυτό.

Από την άποψη αυτή, κατά τη διάρκεια των περιόδων κρίσης, μια πολιτική που δίνει προτεραιότητα στις ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας μπορεί να είναι μέρος της λύσης και όχι μέρος του προβλήματος της κρίσης. Υπό αυτή την έννοια, θα πρέπει είτε να έχουμε ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς ή καθόλου ανάπτυξη.

Αυτό είναι ένα σημείο σύγκλισης μεταξύ των πολιτικών μας προτεραιοτήτων και εκείνων του ΟΟΣΑ. Θέλουμε η ανάπτυξη να συνοδεύεται από κοινωνική δικαιοσύνη.

Ένας παρόμοιος συλλογισμός μπορεί να γίνει αναφορικά με τη σχέση μεταξύ της ανάπτυξης με τη δημοκρατία και τη λαϊκή συμμετοχή. Είμαστε υπέρ της ευρύτερης συμμετοχής και τον εκδημοκρατισμό της διαδικασίας λήψης οικονομικών αποφάσεων σε όλα τα επίπεδα.

Δεν θέλουμε να αντικαταστήσουμε την αγορά ως έναν κατανεμητικό μηχανισμό. Την αντιμετωπίζουμε ως έναν από μια ποικιλία κοινωνικών μηχανισμών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων. Αν δουλέψει, όλα καλά. Αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν λειτουργεί πάντα όπως πρέπει και μερικές φορές οδηγεί σε σημαντικό κοινωνικό κόστος.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, θέλουμε η κοινωνία να συμμετάσχει στη συζήτηση για τους στόχους και τον σχεδιασμό και την εφαρμογή της πολιτικής, έτσι ώστε οι στόχοι που επιδιώκονται και οι πολιτικές που εφαρμόζονται να αντικατοπτρίζουν πραγματικά το δημόσιο συμφέρον και να διασφαλίζεται ότι αντιμετωπίζονται όλες οι βασικές ανάγκες.

Για όμοιους λόγους, δεν θεωρούμε ούτε το λαϊκό αίτημα για αίσθηση του ανήκειν, ούτε την επιθυμία των ανθρώπων να έχουν κάποια μορφή ελέγχου σχετικά με τα θέματα που επηρεάζουν τη ζωή τους ως στοιχεία λαϊκισμού.

 Το μεγάλο πλεονέκτημα της ενσωμάτωσης της κοινωνικής δικαιοσύνης και της δημοκρατίας σε ένα σχέδιο μεταρρύθμισης από την αρχή είναι ότι μεγιστοποιεί τη λαϊκή υποστήριξη για το σύνολο του πακέτου των μεταρρυθμίσεων. Είναι καλό να γνωρίζουμε ότι υπάρχει μια αυξανόμενη κατανόηση του σημείου αυτού.

Ακόμα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι άνθρωποι έχουν αρχίσει να συμφωνούν με την άποψη ότι η λαϊκή στήριξη είναι ένα αναπόσπαστο μέρος της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας.

Ως εκ τούτου, η νέα ελληνική κυβέρνηση θα προχωρήσει με μια διττή μεταρρυθμιστική στρατηγική: με μια απαραίτητη πρώτη δέσμη, sinequanon μεταρρυθμίσεων, με άμεση εφαρμογή μέχρι τον Απρίλιο. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις θα θέσουν το πλαίσιο για μια ακόμη πιο φιλόδοξη δέσμη μεταρρυθμίσεων μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.

Όπως γνωρίζετε, οι άμεσες προτεραιότητες της μεταρρυθμιστικής μας προσπάθειας είναι η αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης και η απελπιστική ανάγκη να αντιμετωπιστεί το χρόνιο πρόβλημα στην Ελλάδα σε σχέση με τη φοροδιαφυγή και τη διαφθορά.

Όσον αφορά το πρώτο, καμία Αριστερή κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να ξεκινήσει από οπουδήποτε αλλού παρά από την αντιμετώπιση της πρόσβασης, για παράδειγμα, σε τροφή, στέγη και ενέργεια.

Όσον αφορά το δεύτερο, μεταξύ άλλων, θα στοχεύσουμε το λαθρεμπόριο καυσίμων και καπνού, θα κάνουμε πιο αυστηρή τη νομοθεσία σχετικά με τη χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων, θα ενισχύσουμε την ανεξαρτησία της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, ενώ θα εξασφαλίσουμε την πλήρη λογοδοσία και διαφάνεια των λειτουργιών της και θα διευρύνουμε τον ορισμό της φορολογικής απάτης και της φοροδιαφυγής, ενώ θα καταργήσουμε την φορολογική ασυλία.

 Η μεταρρύθμιση του δημόσιου τομέα είναι πιο δύσκολο εγχείρημα. Έχουμε ήδη ξεκινήσει, με τον εξορθολογισμό της ίδιας της κυβέρνησης. Για παράδειγμα, έχουμε ήδη μειώσει τον αριθμό των Υπουργείων.

 Θα προωθήσουμε μηχανισμούς για καλύτερους διορισμούς, αξιολογήσεις και καθιέρωση δίκαιων διαδικασιών για τη μεγιστοποίηση της κινητικότητας ανθρώπινων και άλλων πόρων στο πλαίσιο του δημόσιου τομέα.

Θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε για τη δραστική βελτίωση της αποτελεσματικότητας των κεντρικών και τοπικών κυβερνητικών υπηρεσιών στοχεύοντας τις δημοσιονομικές διαδικασίες, την αναδιάρθρωση της διαχείρισης, και την ανακατανομή των πόρων που δεν έχουν χρησιμοποιηθεί σωστά.

 Προχωρώντας σε μια πιο οικονομική ατζέντα, θα επιδιώξουμε να προσελκύσουμε επενδύσεις σε βασικούς τομείς και να αξιοποιήσουμε τα περιουσιακά στοιχεία του κράτους πιο αποτελεσματικά, εξετάζοντας κάθε περίπτωση χωριστά και σεβόμενοι το δημόσιο συμφέρον.

 Για παράδειγμα, πρέπει να ενοποιήσουμε το ΤΑΙΠΕΔ με διάφορους φορείς διαχείρισης των δημόσιων περιουσιακών στοιχείων (που σήμερα είναι διασκορπισμένοι σε ολόκληρο τον δημόσιο τομέα) με σκοπό την ανάπτυξη των κρατικών περιουσιακών στοιχείων και την αύξηση της αξίας τους μέσω μικροοικονομικών μεταρρυθμίσεων και μεταρρυθμίσεων σχετικά με τα δικαιώματα ιδιοκτησίας.

 Είναι πέρα από τον λόγο για τον οποίο είμαστε εδώ σήμερα να παράσχουμε λεπτομέρειες σχετικά με τις ιδέες μας για τις αγορές προϊόντων και εργασίας, το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και τις καίριες μεταρρυθμίσεις στο δικαστικό σύστημα. Είναι περιττό να πούμε ότι όλοι αυτοί είναι τομείς όπου θα εντοπίσετε ευρύ κοινό έδαφος, αλλά και διαφορές που πρέπει να συζητηθούν.

 Τα παραπάνω θέματα βέβαια έχουν απασχολήσει και τις προηγούμενες κυβερνήσεις και τους διεθνείς οργανισμούς, όπως ο ΟΟΣΑ. Ως μια προοδευτική κυβέρνηση, η οποία έχει υπάρξει συχνά επικριτική προς ορισμένες κοινωνικές και οικονομικές τάσεις, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι επιδιώκουμε να διευρύνουμε την ατζέντα σε ορισμένους τομείς. Επιτρέψτε μου να αναφέρω τέσσερις.

Πράσινη Ανάπτυξη:

Σύμφωνα με τις προτεραιότητες που εξήγγειλε η νέα Επίτροπος της ΕΕ για το περιβάλλον, θα θέλαμε να γίνει η Ελλάδα ένας ηγέτης στις στρατηγικές του πράσινου μετασχηματισμού. Μερικές από τα μείζονες αλλαγές θα πραγματοποιηθούν μέσω της εισαγωγής των κατανεμημένων συστημάτων (στον τομέα της ενέργειας ή των αποβλήτων, για παράδειγμα), αλλά αυτό μπορεί να επεκταθεί και σε άλλους τομείς όπως οι κατασκευές και ο βιομηχανικός σχεδιασμός.

Κοινωνική Οικονομία

Η κοινωνική Οικονομία έχει αναπτυχθεί κατά τη διάρκεια της κρίσης και έχει πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες στα χρόνια που έρχονται. Πρέπει να προωθήσουμε ένα θεσμικό πλαίσιο, το οποίο θα εντοπίζει τα σημεία συμφόρησης για την μελλοντική ανάπτυξή του, θα παρέχει υποστήριξη στους οργανισμούς που μπορούν να ξεπεράσουν αυτά τα σημεία συμφόρησης, ενώ θα ενθαρρύνει τις συνέργειες με άλλους τομείς της οικονομίας.

Νέα Δικτυακά Συστήματα

Η πληροφορική έχει πλέον δημιουργήσει νέες ευκαιρίες για δικτυακά συστήματα και κινείται προς μια παραγωγή με βάση τα κοινά στοιχεία. Η εφαρμογή της, όπως προκύπτει από την ευρωπαϊκή εμπειρία, είναι ευρέα: από την κοινωνική φροντίδα μέχρι τον  τραπεζικό τομέα, και από τα τρόφιμα μέχρι την εκπαίδευση. Μια τέτοια προσέγγιση είναι ιδιαίτερα σημαντική στην Ελλάδα, όχι μόνο λόγω της αδυναμίας των υφιστάμενων θεσμών, αλλά και λόγω του μεγάλου αριθμού ειδικευμένων ατόμων που τώρα είτε είναι άνεργοι είτε στο εξωτερικό, καθώς και λόγω των πολλών απομακρυσμένων νησιωτικών ή ορεινών περιοχών.

 Επιχειρηματικά οικοσυστήματα (clusters)

Η δημιουργία των οικοσυστημάτων παραγωγής μπορεί να προσφέρει σημαντικά κίνητρα για να παραμείνουν επιχειρήσεις στην Ελλάδα, αντί να φύγουν στο εξωτερικό. Ένα οικοσύστημα μπορεί να περιλαμβάνει συνένωση υποδομών, εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού, σύμπραξης με δημόσια πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα με τρόπο που να μεγιστοποιεί τα οφέλη της επένδυσης στην συνεργασία.

Αγαπητέ Γενικέ Γραμματέα του ΟΟΣΑ,

Κυρίες και κύριοι,

Από όλα τα παραπάνω προκύπτει η ανάγκη να παντρέψουμε το παλιό με το νέο. Ο πυρήνας των πολιτικών μας δεν είναι να αναμορφώσουμε την Ελλάδα. Είναι να μεταμορφώσουμε  την Ελλάδα.

 Επιδιώκουμε τη συνύπαρξη με την ισόρροπη ανάπτυξη και των τριών τομέων της οικονομίας. Στο πλαίσιο αυτό, όπως ανέφερα προηγουμένως, οι περιβαλλοντικές επιταγές επηρεάζουν όλους τους κλάδους της οικονομίας μας.

 Ελπίζω ότι το μήνυμα ότι η Ελλάδα έχει εισέλθει σε μια νέα ιστορική εποχή έχει καταστεί σαφές. Στο πλαίσιο αυτό, η συνεργασία μας με τον ΟΟΣΑ είναι ένα σημαντικό βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση .

 Ο δρόμος είναι γεμάτος προκλήσεις, αλλά, με τη βοήθεια των εταίρων μας, η Ελλάδα θα ανακτήσει την αυτοκυριαρχία της, θα βγει από την κρίση και θα αρχίσει η διαδικασία της συνολικής ανάκαμψης.

 Σας ευχαριστώ.