Ομιλία του πρωθυπουργού Α. Τσίπρα στη Βουλή, στη συζήτηση του σ/ν «Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4334/2015»

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, έγινε μεγάλη συζήτηση, κατά την έναρξη της διαδικασίας στην Ολομέλεια, για τη διαδικασία.

Θέλω να τονίσω ότι δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η διαδικασία που ακολουθούμε τόσο σήμερα όσο και την προηγούμενη Τετάρτη δεν είναι μια ομαλή κοινοβουλευτική διαδικασία, όπως δεν είναι ομαλές και οι συνθήκες βάσει των οποίων η πλειοψηφία του Σώματος συναινεί σε αυτή τη διαδικασία.

Βεβαίως ορισμένες φορές είναι καλύτερο για όλα τα επιχειρήματα που ακούγονται να στηρίζονται πάνω στις πραγματικές συνθήκες που βιώνουμε, να είναι πολιτικά επιχειρήματα.  Nα μη στηρίζονται μονάχα στο γράμμα της διαδικασίας, αλλά να βλέπουμε την ουσία.

Η ουσία είναι ότι την προηγούμενη Κυριακή προς Δευτέρα, στις 12 του Ιούλη, οδηγηθήκαμε σε έναν δύσκολο συμβιβασμό βάσει του οποίου σήμερα καλούμαστε σε έκτακτες συνθήκες, τις δύο Τετάρτες, να νομοθετήσουμε.

Οδηγηθήκαμε σε έναν δύσκολο συμβιβασμό, έχοντας εξαντλήσει κάθε όριο και περιθώριο διαπραγμάτευσης. Αγγίξαμε τα όρια της ελληνικής οικονομίας και του τραπεζικού συστήματος. Αναδείξαμε, όμως, ταυτόχρονα και τα όρια της σημερινής Ευρώπης, τα όριά της και τις ανοχές της απέναντι στη δημοκρατική επιλογή των λαών της. Τα όρια της σημερινής Ευρώπης, όπου ηγεμονεύουν δυνάμεις συντηρητικές, αποφασισμένες να θυσιάσουν κάθε αναφορά στις ιδρυτικές της αξίες, προκειμένου να την κρατήσουν πιστά προσηλωμένη στο σκληρό δόγμα της λιτότητας.

Σε αυτό το δυσμενές πλαίσιο δώσαμε τη μάχη έξι μήνες. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι σε αυτούς τους έξι μήνες -και εγώ πρώτος το παραδέχθηκα από αυτό εδώ το Βήμα- κάναμε λάθη. Όμως θέλω να σας πω, με απόλυτη ειλικρίνεια και από βάθος ψυχής, ότι όχι μόνο δεν μετανιώνω που έδωσα αυτή τη σκληρή μάχη, και εγώ και οι συνεργάτες μου, αλλά είμαι περήφανος που δώσαμε αυτή τη μάχη, που σηκώσαμε ψηλά το ανάστημα του ελληνικού λαού, που διεκδικήσαμε το δίκιο του, που η φωνή του ακούστηκε στα πέρατα της Ευρώπης και του κόσμου, που γέμισαν οι δρόμοι των πρωτευουσών της Ευρώπης με ελληνικές σημαίες..

Δεν μετανιώνω για αυτό. Και ξέρω ότι λάθη δεν κάνουν μόνο αυτοί που δεν επιχειρούν, μόνο αυτοί που δεν προσπαθούν.

Θα μου πει κάποιος «ναι, αλλά ηττηθήκατε». Πράγματι οι δυνάμεις, οι συσχετισμοί ήταν εκπληκτικά ετεροβαρείς. Όμως, είμαι βαθιά πεπεισμένος ότι αυτός ο αγώνας δεν θα πάει χαμένος. Χαμένοι είναι μονάχα οι αγώνες που δεν δίνονται. Οι αγώνες που δίνονται και πηγαίνουν ως το τέλος, ως τα άκρα, είναι αγώνες που κάποια στιγμή αφήνουν καρπό. Και ο καρπός βγάζει βλαστάρια.

Ένας σχολιαστής σε ημερήσια εφημερίδα, στη στήλη του, παρομοίασε την προσπάθειά μας αυτή, την προσπάθειά μου αυτή, με την προσπάθεια ενός ξεροκέφαλου που παίρνει φόρα και χτυπά το κεφάλι του στον τοίχο επί έξι μήνες. Και κατέληξε λέγοντας ότι: «μάτωσε το κεφάλι του, αλλά παραδόξως άνοιξαν και ρωγμές στον τοίχο».

Η Ευρώπη, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, δεν θα είναι ίδια την επόμενη μέρα. Ήδη η Ευρώπη δεν είναι ίδια μετά την 12η του Ιούλη. Βεβαίως, συνεχίζουν να κυριαρχούν οι συντηρητικές δυνάμεις, που μάλιστα επιμένουν στα σχέδια εκδίωξης της Ελλάδας από την ευρωζώνη. Ομως ο διάλογος έχει αρχίσει. Διάλογος που αφορά το ίδιο το μέλλον της Ευρώπης και τις προοπτικές της. Ήδη η αρθρογραφία ηγετών, του Ολάντ, οι παρεμβάσεις του Ρέντσι, αλλά και οι επερχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις σε χώρες του ευρωπαϊκού Nότου αναδεικνύουν προσδοκίες αλλά και δυνατότητες.

Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα ποια θα είναι η κατεύθυνση την επόμενη μέρα. Είναι μια διαρκής μάχη ανάμεσα στις δυνάμεις της προόδου και στις δυνάμεις της συντήρησης. Και όπως δεν ήξερα να πω με βεβαιότητα ποια θα είναι η κατάληξη της δικής μας μάχης, έτσι και δεν μπορώ με βεβαιότητα να πω ποια θα είναι η κατάληξη της μάχης για την επόμενη μέρα και το μέλλον της ευρωζώνης, το μέλλον της Ευρώπης. Όμως, είναι μια μάχη που έχει ήδη ξεκινήσει και όπου οι λαοί θα παίξουν καθοριστικό ρόλο.

Οι συντηρητικές δυνάμεις -δεν υπάρχει αμφιβολία- πέτυχαν μια πύρρειο νίκη απέναντι στην ελληνική Κυβέρνηση, απέναντι στον ελληνικό λαό, απέναντι στην Ελλάδα. Εντούτοις, γνωρίζουν πάρα πολύ καλά ότι έχασαν κάτι εξαιρετικά πολύτιμο: την ηγεμονία, την αίσθηση της ηγεμονίας τους στην ευρωπαϊκή και στην παγκόσμια κοινή γνώμη.

Αναρωτιέστε σήμερα εδώ πολλοί Βουλευτές για την ιδιοκτησία του Προγράμματος. Ό,τι και να πείτε, αυτή είναι η μεγάλη απώλεια των εταίρων μας και των δανειστών μας. Μετά από όσα συνέβησαν έξι μήνες δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι η ιδιοκτησία αυτού του Προγράμματος, η έμπνευσή του, ανήκει στην ελληνική πλευρά.

Μπορεί εμείς να επιλέξαμε τον συμβιβασμό, που μας αναγκάζει να εφαρμόσουμε ένα πρόγραμμα στο οποίο δεν πιστεύουμε, και θα το εφαρμόσουμε διότι οι επιλογές που έχουμε είναι σκληρές. Αλλά πια κανείς δεν μπορεί να μας αποδώσει την ιδιοκτησία όπως την απέδιδαν σε εσάς τους προηγούμενους και όπως εσείς οι προηγούμενοι με μεγάλη χαρά την αποδεχόσασταν. Και αυτό είναι μια ουσιαστική διαφορά.

Κάποιοι μάλιστα είχαν πει ότι αν δεν υπήρχε το Μνημόνιο, θα έπρεπε να το εφεύρουμε. Αυτά δεν τα είπαμε εμείς. Τα είχαν πει οι δικοί σας συνάδελφοι.

Δεν είναι όμως ο στόχος της σημερινής μου παρέμβασης να λογομαχήσουμε. Διότι πράγματι κάναμε δύσκολες επιλογές -κι εγώ προσωπικά- όμως ήταν δύσκολες επιλογές ευθύνης. Και βεβαίως, σήμερα, όλοι μας πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε τις δυνατότητες παρέμβασης στα νέα δεδομένα.

Δεν θέλω να μακρηγορήσω και να αναφερθώ στο ποιες ήταν οι επιλογές πάνω στο τραπέζι. Νομίζω ότι είναι γνωστό. Είναι γνωστό ότι οι εναλλακτικές την 12η του Ιούλη ήταν το σχέδιο του Υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας του κ. Σόιμπλε, δηλαδή ο δρόμος μιας συμβιβαστικής εξόδου από το ευρώ, με δεδομένη όμως την πιθανότητα κατάρρευσης του τραπεζικού συστήματος. Και με δεδομένο ότι ο συμβιβαστικός δρόμος εξόδου έχει σε θέση κυριαρχίας αυτόν που σε δανείζει, αν επιλέξεις ομαλά αυτόν τον δρόμο.

Η άλλη επιλογή ήταν η επιλογή της άτακτης χρεοκοπίας. Και νομίζω ότι κανείς από εδώ μέσα δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι αυτή ήταν μία επιλογή που θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή από οποιαδήποτε Κυβέρνηση σε αυτόν τον τόπο. Δεν θα αποτελούσε ούτε περήφανη ούτε πατριωτική επιλογή να αφήσουμε το τραπεζικό σύστημα να καταρρεύσει και, ταυτόχρονα, όχι οι τραπεζίτες, αλλά οι συμπολίτες μας να χάσουν τις καταθέσεις τους. Αυτοί που δεν έχουν βγάλει τα χρήματά τους στο εξωτερικό, που δεν τα έχουν βάλει κάτω από στρώματα, αλλά που εμπιστεύτηκαν τις τράπεζες -όπως έκαναν παλαιότερα κάποιοι άλλοι συμπολίτες μας με τα ομόλογα του Δημοσίου που «κουρεύτηκαν», χάνοντας το βιος τους- μέσα σε μια νύχτα. Δεν θα μπορούσε λοιπόν να αποτελεί πατριωτική ή υπερήφανη επιλογή το να επιλέξει κανείς να αφήσει τον λαό μας -τα πιο λαϊκά στρώματα- εκτεθειμένο σε τόσο απρόβλεπτα δεινά.

Επιλέξαμε λοιπόν έναν δύσκολο συμβιβασμό, προκειμένου να αποφύγουμε τα πιο ακραία σχέδια των πιο ακραίων συντηρητικών κύκλων της Ευρώπης. Πρόκειται για ακραία σχέδια σε βάρος του λαού μας, αλλά και σε βάρος και των άλλων λαών της Ευρώπης.

Και βεβαίως αυτή η σκληρή διαδικασία διεκδίκησης δυστυχώς δεν τελειώνει εδώ. Αμέσως μετά την έγκριση και αυτής της τελευταίας -με βάση τη συμφωνία της 12ης Ιουλίου- δέσμης προαπαιτουμένων δράσεων από τη Βουλή, είμαστε αναγκασμένοι με την ίδια επιμονή και την ίδια μαχητικότητα να διαπραγματευθούμε ξανά, προκειμένου να διαμορφώσουμε τους όρους της επόμενης μέρας, της δανειακής σύμβασης.

Και επειδή η έκβαση αυτής της διαπραγμάτευσης θα είναι καθοριστική θεωρώ ως δεδομένο ότι θα πρέπει αυτές τις ρωγμές, στις οποίες αναφέρθηκα πιο πριν, να τις αξιοποιήσουμε. Να προσπαθήσουμε να αξιοποιήσουμε κάθε δυνατότητα πολιτικών και κοινωνικών συμμαχιών στην Ευρώπη, ώστε να πετύχουμε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.

Να βελτιώσουμε το τελικό κείμενο της συμφωνίας προς όφελος της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας, που αναγνωρίζει αυτόν τον αγώνα, που συμμερίζεται τις αγωνίες μας. Και στην οποία πλειοψηφία χρωστάμε τη σημερινή δυνατότητα να αλλάξουν μέτρα που έχουν άμεση αρνητική επίπτωση, να βελτιωθούν, να βρεθούν αντισταθμιστικά, να διεκδικηθούν κονδύλια, προκειμένου μεγάλες κοινωνικές κατηγορίες να μπορέσουν να έχουν τις λιγότερες δυνατές αρνητικές επιπτώσεις.

Όμως, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, άκουσα πολλούς στην Αίθουσα τόσο από την Αξιωματική όσο και από την Ελάσσονα Αντιπολίτευση να ισχυρίζονται ότι το δημοψήφισμα είχε ως τελικό αποτέλεσμα μία χειρότερη συμφωνία από εκείνη που απορρίψαμε στις 25 του Ιούνη, το τελεσίγραφο της 25ης του Ιούνη. Όσοι το ισχυρίζονται αυτό είτε σφάλλουν είτε παραπλανούν συνειδητά.

Είμαι ο τελευταίος που θα ωραιοποιήσω την πραγματικότητα. Ωστόσο σήμερα σε σχέση με την πρόταση της 25ης του Ιούνη, έχουμε μία συμφωνία με τριετή χρονικό ορίζοντα και με πλήρη κάλυψη των εσωτερικών και εξωτερικών υποχρεώσεων της χώρας, της τάξης των 82 έως 86 δισεκατομμυρίων ευρώ. Αντίθετα, η πρόταση της 25ης του Ιούνη, που απερρίφθη από την πλειοψηφία του ελληνικού λαού, προέβλεπε πεντάμηνης διάρκειας χρηματοδότηση, πεντάμηνη παράταση του ως τότε υφιστάμενου προγράμματος, με ποσό δανείου της τάξης των 7 δισεκατομμυρίων ευρώ, συν 3,6 δισεκατομμύρια από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εάν ολοκληρωνόταν η δική του αξιολόγηση τον Οκτώβρη, συν μία υπόσχεση για αύξηση 2 δισεκατομμυρίων των έντοκων γραμματίων με τη λήξη του προγράμματος τον Νοέμβριο. Ωστόσο, οι συνολικές υποχρεώσεις το ίδιο διάστημα ανέρχονταν σε 12,8 δισεκατομμύρια με διάρθρωση αναντίστοιχη προς τις εισροές. Δηλαδή προηγούνταν οι υποχρεώσεις των εκταμιεύσεων.

Αντίθετα, η σημερινή Συμφωνία δίνει τον απαραίτητο χρόνο και τη δυνατότητα να ακυρωθεί μια για πάντα το επόμενο διάστημα η κινδυνολογία περί grexit, να διευκολυνθεί η προοπτική ανάκτησης της εμπιστοσύνης των επενδυτών και των αγορών, να διευκολυνθεί η προοπτική εξόδου της χώρας στις αγορές.

Προφανώς βέβαια, για να συμβεί αυτό, είναι προαπαιτούμενο το να μην επανέλθει το grexit στο τραπέζι. Οχι από εδώ μέσα. Από τους εταίρους μας εννοώ. Διότι σε κάποιους δεν έχει φύγει από το μυαλό αυτή η ιδέα, αυτός ο σχεδιασμός. Και βεβαίως, αν υπάρχει η εντύπωση ότι το grexit είναι κάτι θετικό ή σημαντικό, να το συζητήσουμε τι είναι, τι σημαίνει.

Όμως, ακόμα και τώρα, λίγες μέρες πριν, κατά τη συνάντηση του Υπουργού των Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών με τον Υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας, από τη γερμανική πλευρά ετέθη ξανά στο τραπέζι το ίδιο ακριβώς επιχείρημα, η ίδια ιδέα, το ίδιο σχέδιο. Και το λέω αυτό γιατί  όποια συμφωνία κι αν συνάψει κανείς, όσο θετική προοπτική χρηματοδότησης κι αν έχει, και όσες προοπτικές και αν έχει να διώξει το φάντασμα που πλανιέται πάνω από τη χώρα εδώ και πέντε χρόνια, αν στο επαναφέρουν διαρκώς κάποιοι σκόπιμα, το φάντασμα δεν θα φύγει ποτέ.

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, η συμφωνία που από αύριο ξεκινάμε να διαπραγματευόμαστε περιλαμβάνει, επίσης, και κάτι εξίσου σημαντικό με όσα αναφέρθηκαν μέχρι τώρα, ίσως και σημαντικότερο: την σαφή, σαφέστατη δέσμευση για αναδιάταξη του χρέους, προκειμένου αυτό να γίνει βιώσιμο. Και είναι μια εξέλιξη σημαντική. Μέχρι τώρα αυτό που συζητείτο ήταν εάν θα γίνει αυτή η αναδιάρθρωση, η αναδιάταξη. Σήμερα αυτό που συζητείται δεν είναι εάν θα γίνει, αλλά σε τι βάθος θα γίνει.

Όμως, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, επιτρέψτε μου μια διαπίστωση. Η διακυβέρνηση της χώρας, η προοπτική της χώρας, η συζήτηση και οι ιδεολογικές μας αντιπαραθέσεις για το μέλλον, δεν μπορούν να εξαντλούνται στην διαπραγμάτευση. Υπάρχουν πολύ ουσιαστικές και σημαντικές διαχωριστικές γραμμές μεταξύ μας, ιδεολογικές και πολιτικές, οι οποίες στα κρίσιμα θέματα και όταν ο κίνδυνος είναι υπαρκτός, είναι σημαντικό να παραμερίζονται. Όμως, να μην παραμερίζονται συνολικά. Να τις αναδείξουμε.

Κάποιοι πιστεύουν ότι ο ρόλος μιας Κυβέρνησης της Αριστεράς περιορίζεται στη διαπραγμάτευση και στη σύγκρουση με τους έξω. Εντούτοις, πάντοτε πίστευα και συνεχίζω πιστεύω ότι για όλα τα δεινά της χώρας μας δεν ευθύνονται οι έξω. Υπάρχουν εγγενείς αδυναμίες στην οικονομία και στο πολιτικό σύστημα. Σημαντικές διαχωριστικές γραμμές για τις οποίες θα άξιζε να συγκρουστούμε.

Ο ΣΥΡΙΖΑ μαζί με τους ΑΝΕΛ αναλάβαμε τη διακυβέρνηση του τόπου, υποσχόμενοι να αλλάξουμε τη χώρα. Αναλάβαμε τη διακυβέρνηση του τόπου, όχι μόνο για να κάνουμε σκληρή διαπραγμάτευση –την οποία κάναμε- αλλά και για να αντιπαρατεθούμε, να τελειώσουμε την διαφθορά και την διαπλοκή στην χώρα.

Αναλάβαμε τη διακυβέρνηση του τόπου για να δώσουμε ένα τέλος στο πελατειακό κράτος που στήθηκε στη χώρα μας σαράντα χρόνια τώρα. Αναλάβαμε τη διακυβέρνηση με την προοπτική και την προσδοκία να εμπεδώσουμε παντού, όπου μπορούμε, διαφάνεια, αξιοκρατία και κράτος δικαίου.

Νομίζω ότι αυτή την ευθύνη δεν πρέπει να την ξεχνάμε, γιατί είναι μια βαριά ευθύνη. Και πρέπει να αγωνιστούμε και να κριθούμε για το κατά πόσο στις εντός μάχες θα δώσουμε με την ίδια δυναμική και αποφασιστικότητα τη μάχη, ελπίζοντας να πετύχουμε περισσότερα.

Από αύριο και παράλληλα με τη διαπραγμάτευση ρίχνουμε το βάρος της κυβερνητικής πολιτικής σε τέσσερις μεγάλους άξονες με στόχο την προοδευτική ανασυγκρότηση της χώρας.

Πρώτος άξονας είναι η καταπολέμηση της διαφθοράς και της διαπλοκής. Σήμερα δώσαμε σε δημόσια διαβούλευση το νομοσχέδιο που βάζει τέλος, επιτέλους, στην ασυδοσία της διαπλοκής και θεσπίζει καθεστώς διαφάνειας στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο.

Στόχος μας είναι να βάλουμε τέλος στην ευρωπαϊκή πρωτοτυπία των καναλαρχών με προσωρινές άδειες επί είκοσι πέντε χρόνια σε βάρος του ελληνικού δημοσίου. Αλλά και να δώσουμε τη δυνατότητα στην ΕΡΤ να γίνει πάροχος ψηφιακού σήματος απέναντι στο σημερινό μονοπώλιο της DIGEA.

Παράλληλα, παίρνουμε την πρωτοβουλία να χτυπήσουμε με άμεσες δράσεις τη φοροδιαφυγή. Να δώσουμε αγώνα και μάχη για να χτυπήσουμε τη φοροδιαφυγή, με προεξάρχουσα τη φοροδιαφυγή των μεγαλοκαταθετών εξωτερικού. Και ξεκινάμε την σύγκρουση με τη διαφθορά και το οργανωμένο έγκλημα, αφήνοντας επιτέλους τη Δικαιοσύνη να αναπνεύσει και να επιτελέσει το καθήκον της, πράγμα που είδαμε σε αρκετές περιπτώσεις το τελευταίο διάστημα να γίνεται με μεγάλη χαρά, ομολογώ.

Επιπλέον, ανοίγουμε τον διάλογο για την προώθηση σημαντικών μεταρρυθμίσεων και αναγκαίων αλλαγών στο πολιτικό σύστημα. Επικεντρώνουμε το ενδιαφέρον μας στην προώθηση στοχευμένων δράσεων για τη στήριξη των πιο αδύναμων κοινωνικών ομάδων. Και βεβαίως στην προσπάθεια άμεσης προσέλκυσης επενδύσεων στη χώρα, ώστε να αντισταθμιστούν οι υφεσιακές τάσεις στην οικονομία.

Πριν ολοκληρώσω την παρέμβασή μου, θέλω να επισημάνω το εξής: Επειδή τις τελευταίες μέρες οργιάζει  η παραπληροφόρηση και η κινδυνολογία με συγκεκριμένο στόχο τους πολίτες αλλά και την Κυβέρνηση, θέλω με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο να δηλώσω από αυτό το Βήμα ότι οι αλλαγές στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας που εγκρίνει σήμερα η Βουλή και θα ισχύσουν από την 1η Γενάρη του 2016 δεν θέτουν σε κίνδυνο την προστασία της πρώτης κατοικίας.

Σήμερα το πρωί συναντήθηκα με την Ένωση Ελληνικών Τραπεζών. Η δέσμευση ήταν σαφής, σαφέστατη. Ούτως ή άλλως στο επόμενο διάστημα, το φθινόπωρο, θα έρθει το νομοσχέδιο που θα αφορά την αναστολή πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας μαζί με τη ρύθμιση των «κόκκινων» δανείων. Έως τότε το πλαίσιο που θα ισχύσει στην πράξη θα είναι το πλαίσιο που ίσχυε και έως σήμερα. Δεν θα υπάρξει κανένας πλειστηριασμός πρώτης κατοικίας. Η προστασία της πρώτης κατοικίας από αυτήν την Κυβέρνηση ήταν, είναι και θα είναι διαρκής.

Κανένας άνεργος, κανένας μεροκαματιάρης, κανένας χαμηλόμισθος και χαμηλοσυνταξιούχος, κανένας δανειολήπτης σε λαϊκές συνοικίες, σε φτωχές γειτονιές, σε υποβαθμισμένες γειτονιές δεν πρόκειται να χάσει το σπίτι του.

Η ύπαρξη αυτής της Κυβέρνησης αποτελεί διαρκή εγγύηση για την προστασία της πρώτης κατοικίας. Χωρίς αυτήν την εγγύηση εμείς δεν υπάρχουμε!

Και αν χρειαστεί, θα είμαστε παρόντες να δίνουμε τη μάχη, προκειμένου να προστατεύσουμε τους πιο αδύναμους συμπολίτες μας απέναντι στην κρίση.

Θέλω να κλείσω κάνοντας μια αναφορά στη συζήτηση που διεξάγεται όχι μέσα στην Αίθουσα αλλά έξω από αυτή, σε σχέση με το αν έχει ή δεν έχει νόημα ποια θα είναι η διακυβέρνηση της χώρας, με δεδομένο ότι υπήρξε ένας συμβιβασμός που μας αναγκάζει σε μια σκληρή, δύσκολη προσαρμογή. Προσαρμογή πολύ ηπιότερη σε σχέση με αυτή που ζήσαμε τα τελευταία χρόνια, αλλά σκληρή με βάση τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις τις οποίες έχουμε προσυπογράψει και τις οποίες καλούμεθα να υλοποιήσουμε.

Κάποιοι, λοιπόν, δηλώνουν ότι δεν έχει σημασία εάν σε αυτό το πλαίσιο Κυβέρνηση θα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ ή τα άλλα κόμματα που κυβέρνησαν τον τόπο τα προηγούμενα χρόνια. Και μάλιστα πολλές φορές παρομοιάζουν και την παρουσία της Αριστεράς στην κυβέρνηση ως μια αγωνία για καρέκλες και αξιώματα.

Θλίβομαι γι’ αυτές τις επισημάνσεις. Ωστόσο, δεν μπορώ παρά να σχολιάσω.

Σε ό,τι αφορά τον δικό μου κώδικα αξιών, η παρουσία της Αριστεράς στην κυβέρνηση δεν είναι επιδίωξη αξιώματος. Είναι οχυρό μάχης για τα συμφέροντα του λαού μας! Οχυρό μάχης για την προστασία των αδικημένων! Οχυρό μάχης για τις μεγάλες ταξικές συγκρούσεις εντός της χώρας με τα οργανωμένα συμφέροντα!

Αυτό το οχυρό μάχης, σε ό,τι με αφορά, δεν προτίθεμαι –οικειοθελώς τουλάχιστον- να το εγκαταλείψω. Δεν θα γίνουμε ούτε δειλοί ούτε ριψάσπιδες ούτε απολογητές χαμένων αγώνων. Γιατί χαμένοι αγώνες είναι μονάχα οι αγώνες που δεν δόθηκαν ποτέ!

Οι αγώνες που έχουμε μπροστά μας θα δοθούν με την ίδια μαχητικότητα, την ίδια πίστη στις δυνάμεις μας, την ίδια αξιοπρέπεια και θα είναι αγώνες που θα κερδηθούν.

Δευτερολογία