Κοινές δηλώσεις με τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, κ. Μπ. Ομπάμα

Greek Prime Minister Alexis Tsipras and US President Barack Obama deliver joint statements to the press after their meeting in Athens, Greece, on 15 November 2016. President Obama is in Athens on a two days official visit.

Αλέξης Τσίπρας: Θα ήθελα να καλωσορίσω θερμά τον Αμερικανό Πρόεδρο, Μπαράκ Ομπάμα, για την επίσκεψη του στην Ελλάδα. Και για το γεγονός ότι επέλεξε την Αθήνα, το τόπο που γέννησε τη δημοκρατία, για έναν από τους τελευταίους σταθμούς, πριν κλείσει την οκτάχρονη θητεία του, ως Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Μια θητεία κατά τη διάρκεια τη οποίας άλλαξε η εικόνα των Ηνωμένων Πολιτειών σε ολόκληρο τον κόσμο. Ακόμα και στην δική μας χώρα, όπου, στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις συσσώρευσαν ένα βαρύ ιστορικό φορτίο. Θεωρώ ότι ήταν ιστορική για τις σχέσεις των δυο χωρών, η στιγμή που ο πρόεδρος Κλίντον, κατά την προηγούμενη επίσκεψη Αμερικανού Προέδρου στην Ελλάδα, το 1999, αναγνώρισε τα λάθη των ΗΠΑ σε σχέση με την δικτατορία στην Ελλάδα. Γιατί ο ελληνικός λαός δεν κουβαλά μόνο την αρχαία παράδοση της δημοκρατίας. Έχει χύσει αίμα και έχει δώσει αγώνες που φτάνουν ως τις μέρες μας για να υπερασπιστεί τις αξίες της δημοκρατίας και της ελευθερίας, που είναι κοινές μας αξίες.

Σήμερα, λοιπόν, η Ελλάδα υποδέχεται έναν Αμερικανό Πρόεδρο που καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του υπερασπίστηκε με σθένος τις αξίες αυτές. Που αγωνίστηκε για τα δικαιώματα όλων των πολιτών ανεξάρτητα από το χρώμα, τη θρησκεία ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό.

Που εργάστηκε για την αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών. Που ενέταξε εκατομμύρια Αμερικανούς στο σύστημα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Που συνέβαλλε με όλες του τις δυνάμεις και όλη του την επιρροή για μια ανθρωπιστική λύση στη μεγάλη Προσφυγική κρίση. Τη μεγαλύτερη από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά.

Και – επιτρέψτε μου να σημειώσω, γιατί το ζήτημα αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό για την Ελλάδα – έναν Πρόεδρο που απέναντι στην οικονομική κρίση του 2008, οδήγησε την αμερικανική οικονομία σε έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο από αυτόν που η Ευρώπη επέλεξε. Οχτώ χρόνια μετά, τα αποτελέσματα είναι περισσότερο από ορατά.

Η διεύρυνση της νομισματικής βάσης και η έμφαση στην τόνωση της απασχόλησης, που επέλεξαν οι ΗΠΑ, έχουν οδηγήσει σε σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης και σε εντυπωσιακή μείωση της ανεργίας.

Ενώ, από την άλλη μεριά, η επιμονή της ευρωπαϊκής ηγεσίας στην  πολιτική της λιτότητας, κρατάει τις ευρωπαϊκές οικονομίες εγκλωβισμένες στην στασιμότητα, προκαλώντας ανυπολόγιστα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα.

Στο πλαίσιο αυτό, είχα την ευκαιρία να συζητήσω με τον Πρόεδρο Ομπάμα για τις οικονομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα μας, αλλά και ολόκληρη η Ευρώπη. Προκλήσεις, που αν δεν αντιμετωπιστούν με συλλογικό, αποφασιστικό και αποτελεσματικό τρόπο, υπάρχει ο κίνδυνος να μας οδηγήσουν στην πολιτική και κοινωνική οπισθοδρόμηση.

Συμφωνήσαμε, λοιπόν, ότι το να αποκτήσουν ξανά οι σύγχρονες κοινωνίες ελπίδα και προοπτική, είναι η μόνη απάντηση, απέναντι σε ένα ανερχόμενο ρεύμα σκεπτικισμού και εθνικής περιχαράκωσης, που απειλεί τις σύγχρονες δημοκρατίες.

Επιχειρώντας να αποφύγει ιστορικά λάθη του παρελθόντος, η διεθνής κοινότητα είδε καθαρά αυτό το ζήτημα, όταν, το 1953, με την βοήθεια και την στήριξη τότε των ΗΠΑ, ρύθμισε το χρέος της ηττημένης μεταπολεμικά Γερμανίας, συνδέοντάς το με ρήτρα ανάπτυξης. Σήμερα, η ισχυρή πια Γερμανία, ως οικονομική ατμομηχανή της Ευρώπης, οφείλει να ενεργήσει με τον ίδιο τρόπο σκέψης.

Η Ελλάδα και ο ελληνικός λαός βρέθηκαν τα τελευταία χρόνια αντιμέτωποι με τις πιο σκληρές συνέπειες της παγκόσμιας και ευρωπαϊκής οικονομικής κρίσης. Αντιμετωπίσαμε ως οικονομία και ως κοινωνία ένα πρόγραμμα καταστροφικής λιτότητας που όξυνε, αντί να λύσει τα προβλήματα. Μέσα σε τέσσερα χρόνια, χάσαμε το 25% του ΑΕΠ μας, ενώ η ανεργία εκτοξεύτηκε, το 2014, στο 27%.

Σήμερα, παρά τις πληγές, μας στεκόμαστε όρθιοι.

Καταφέραμε, με μεγάλες θυσίες, να αποφύγουμε την επαπειλούμενη καταστροφή και βήμα με βήμα αναστηλώνουμε την οικονομία μας. Φέτος, μετά από πολλά χρόνια, έχουμε επιστρέψει στην ανάπτυξη. Αργά αλλά σταθερά μειώνουμε τα ποσοστά ανεργίας και αποκαθιστούμε την εμπιστοσύνη στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Πριν από ενάμισή χρόνο, κληθήκαμε, παρότι νεοεκλεγμένη κυβέρνηση, να λάβουμε πολύ δύσκολες αποφάσεις. Και θέλω, με την ευκαιρία, να αναγνωρίσω και δημόσια τον ρόλο και την συνεισφορά του Προέδρου Ομπάμα, εκείνες τις κρίσιμες ώρες – να αναγνωρίσω την ηθική και πολιτική στήριξη που παρείχε στην κυβέρνηση μου στην προσπάθεια να υπάρξει μια θετική διέξοδος.

Πήραμε δύσκολες αποφάσεις όχι μόνο για να διατηρήσουμε τη χώρα στον πυρήνα της Ευρωζώνης, αλλά και για να διασφαλίσουμε την ενότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και, πιστεύω ότι πήραμε τις ιστορικά ορθές αποφάσεις.

Έκτοτε προχωρήσαμε σε δύσκολες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις – στο ασφαλιστικό, το φορολογικό, την δημόσια διοίκηση – αλλά προωθήσαμε και μέτρα για την αντιμετώπιση της διαφθοράς και την δημιουργία ενός θετικού κλίματος για την προσέλκυση επενδύσεων. Θα συνεχίσουμε με αποφασιστικότητα να προωθούμε μεταρρυθμίσεις που ευνοούν την ανάπτυξη.

Ενώ, ταυτόχρονα, θα συνεχίσουμε να διαπραγματευόμαστε σκληρά ενάντια σε μεταρρυθμίσεις που την υπονομεύουν.

Αυτό, όμως, που μας ενδιαφέρει, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι να γίνουν τα αποτελέσματα ορατά στην κοινωνία και να ελαφρύνουν το βάρος που επί τόσα χρόνια σηκώνουν τα αδύναμα κοινωνικά στρώματα και ιδίως η νεότερη παραγωγική γενιά. Διότι η ελληνική οικονομία αλλά και η κοινωνία μας, μετά από επτά ολόκληρα χρόνια, δεν αντέχουν άλλη λιτότητα.

Η ουσιαστική απομείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, ο επανακαθορισμός των συμφωνηθέντων πλεονασμάτων για την περίοδο μετά τη λήξη του προγράμματος και η ένταξη και της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, είναι όλα όσα δικαιούται η Ελλάδα από την ίδια τη συμφωνία της με τους εταίρους της. Και ο χρόνος για να εκπληρωθούν είναι τώρα.

Υπό αυτή την έννοια, θεωρώ όχι μόνο ιστορικά συμβολική αλλά και καθόλα ουσιαστική την παρουσία του Μπαράκ Ομπάμα στην Αθήνα, αλλά και στο Βερολίνο, αυτή τη κρίσιμη χρονική στιγμή, όπου αναμένονται αποφάσεις που δεν αφορούν μόνο την Ελλάδα. Αφορούν ολόκληρη την Ευρώπη και, κατ΄ επέκταση, τη παγκόσμια οικονομία στο σύνολό της. Η συνεργασία και η αλληλεγγύη είναι αναγκαία προϋπόθεση, για να υπάρξουν εκείνες οι λύσεις, που θα σταθεροποιήσουν ξανά το ευρωπαϊκό οικοδόμημα και θα το επαναφέρουν στις ράγες της προόδου.

Στο πλαίσιο αυτό, συζητήσαμε σήμερα με τον Πρόεδρο Ομπάμα μια σειρά από κρίσιμα θέματα. Συζητήσαμε για την ενίσχυση της διμερούς οικονομικής και επιχειρηματικής μας συνεργασίας. Ιδιαίτερα δε τις σημαντικές προοπτικές που ανοίγονται για επενδύσεις στην Ελλάδα, σε μια σειρά από τομείς, όπως η ενέργεια, ο τουρισμός, ο αγροτοδιατροφικός τομέας, η έρευνα και η τεχνολογία.

Συζητήσαμε για τις προοπτικές που ανοίγονται, ώστε η Ελλάδα – με τη σημαντική ναυτιλιακή της δύναμη – να καταστεί διαμετακομιστικό κέντρο εμπορίου, μεταφορών και ενέργειας, που θα ενώνει την Ευρώπη με την Ασία και τη Βόρεια Αφρική.

Συνομιλήσαμε για τα σημαντικά έργα που βρίσκονται σε εξέλιξη και αναβαθμίζουν τον ρόλο της Ελλάδας στον ενεργειακό τομέα, όπως οι αγωγοί φυσικού αερίου TAP και IGB, η αναβάθμιση του τερματικού σταθμού υγροποιημένου φυσικού αερίου [LNG] στη Ρεβυθούσα και η σχεδιαζόμενη πλωτή μονάδα αποθήκευσης και επαναεριοποίησης υγροποιημένου φυσικού αερίου [FSRU] στην Αλεξανδρούπολη. Και για τις προοπτικές επίσης που έχει η διάνοιξη νέων διαδρόμων φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο, με ιδιαίτερη σημασία και για την ειρήνη και την σταθερότητα στην περιοχή.

Παράλληλα, μιλήσαμε για το εξαιρετικά σημαντικό ελληνικό ανθρώπινο δυναμικό και ειδικότερα τους νέους επιστήμονες και επιχειρηματίες. Τονίσαμε τις σημαντικές δυνατότητες που ανοίγονται για την συνεργασία τις αμερικανικής επιχειρηματικής κοινότητας και της ελληνοαμερικανικής κοινότητας, στους τομείς της καινοτομίας και της ανάπτυξης νεοφυών επιχειρήσεων στην Ελλάδα.

Συζητήσαμε, επίσης, και για τις περιφερειακές εξελίξεις, τις μεγάλες προκλήσεις στους τομείς της ασφάλειας και του μεταναστευτικού και την ενίσχυση της συνεργασίας μας επί αυτών των ζητημάτων.

Συζητήσαμε για τον κρίσιμο ρόλο που διαδραματίζει η Ελλάδα ως πυλώνας ειρήνης και ασφάλειας σε μια περιοχή όπου η αποσταθεροποίηση εντείνεται. Γιατί η Ελλάδα είναι μια χώρα της Ευρώπης, και της Ανατολικής Μεσογείου, των Βαλκανίων, της ευρύτερης παρευξείνιας γειτονίας, που προωθεί σταθερά, τη διμερή και– μαζί με την Κύπρο – την τριμερή συνεργασία, με όλες τις χώρες της περιοχής της, στην βάση του διεθνούς δικαίου. Μια χώρα που αξιοποιεί τον ρόλο της ως ενεργό μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, για την προώθηση της ειρήνης, της σταθερότητας και της ασφάλειας στην περιοχή της. Και που εντείνει σταθερά τον ρόλο αυτό και για την ενίσχυση της συνοριακής ασφάλειας και της συνεργασίας ενάντια στην απειλή της τρομοκρατίας.

Μια χώρα που – παρά τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει – προσέφερε στήριξη στους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες που κατέφθασαν στα νησιά της. Μια χώρα που παρά το κλείσιμο του Βαλκανικού διαδρόμου με μονομερείς ενέργειες, παρά τις πιέσεις που δέχθηκε να παραβιάσει τις κοινές μας αρχές και παρά την περιορισμένη στήριξη από πολλές ευρωπαϊκές χώρες, επιμένει ότι ο μόνος δρόμος για την αντιμετώπιση του προσφυγικού ζητήματος είναι ο σεβασμός του διεθνούς δικαίου, η συνεργασία με τις χώρες διέλευσης και καταγωγής, αλλά και η αντιμετώπιση των γενεσιουργών αιτιών της μετανάστευσης.

Στο πλαίσιο αυτό, υπογραμμίσαμε τη σημασία που έχει η συνεχιζόμενη εφαρμογή της Συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας και η συνέχιση της επιχείρησης του ΝΑΤΟ στο Αιγαίο. Και τονίσαμε την ανάγκη να γίνει ότι είναι δυνατόν προκειμένου να εξασφαλισθεί η ειρήνη και η σταθερότητα στη Συρία, το Ιράκ και την Λιβύη. Με άμεσο τερματισμό των εχθροπραξιών κατά αμάχων και αποτελεσματική αντιμετώπιση των τρομοκρατικών δυνάμεων.

Η προάσπιση και η τήρηση του διεθνούς δικαίου και, κυρίως, των διεθνών συμβάσεων, αποτελούν προϋποθέσεις για την περιφερειακή ειρήνη και σταθερότητα. Στο πλαίσιο αυτό, υπογράμμισα την σταθερή προσήλωσή μου στον διάλογο και τη συνεργασία με τη γειτονική μας χώρα τη Τουρκία, μια χώρα με κρίσιμο ρόλο για το μέλλον της περιοχής μας. Τόνισα, ωστόσο, ότι η ανάπτυξη των σημαντικών αυτών σχέσεων, μπορεί να επιτευχθεί αυστηρά και μόνο στην βάση του αμοιβαίου σεβασμού, χωρίς την απειλή πολέμου και αμφισβητήσεις κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Ασφαλώς, με τον Πρόεδρο Ομπάμα συζητήσαμε και για το Κυπριακό. Για την ανάγκη να βρεθεί μια δίκαιη και βιώσιμη λύση, στην βάση των Αποφάσεων του ΟΗΕ, αλλά και της ιδιότητας της Κύπρου ως μέλους της ΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, εκφράσαμε τη στήριξή μας στις εξαιρετικά κρίσιμες και σημαντικές δικοινοτικές συνομιλίες που διεξάγονται. Για τις οποίες θα έχω αύριο την ευκαιρία να συνομιλήσω με τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Αναστασιάδη, που έρχεται στην Αθήνα. Οι συνομιλίες αυτές φέρνουν την ελπίδα, αλλά απαιτούν και εξαιρετική προσοχή στην κρίσιμη φάση που βρίσκονται, καθώς καίρια ζητήματα παραμένουν ανοιχτά. Είναι ανοικτά και βεβαίως ο στόχος μας είναι η λύση αυτή να είναι προς όφελος όλου του Κυπριακού λαού και να συνεισφέρει στην οικοδόμηση της εμπιστοσύνης στο νησί. Αυτό, επανέλαβα την άποψη μας δεν μπορεί να συμβεί χωρίς την αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων και την κατάργηση του αναχρονιστικού συστήματος των εγγυήσεων.

Θέλω κλείνοντας και αφού καλωσορίσω και ευχαριστήσω για άλλη μια φορά τον Πρόεδρο Ομπάμα, για την επιλογή να έρθει στην Ελλάδα, να θυμηθώ τα λόγια ενός άλλου σημαντικού Αμερικανού Προέδρου που στον προηγούμενο αιώνα αγωνίστηκε για να αντιμετωπίσει παρόμοιες σημαντικές προκλήσεις με αυτές που αντιμετωπίζουμε σήμερα: όπως η ασφάλεια, η οικονομική κρίση, οι μετακινήσεις πληθυσμών. Είχε πει λοιπόν ότι η «Πραγματική ελευθερία για τους ανθρώπους δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς οικονομική ασφάλεια και ανεξαρτησία». Και κάτι ακόμα είχε πει: «Η πείνα και η ανεργία είναι η πρώτη ύλη από την οποία γεννιούνται οι δικτατορίες».

Τα λόγια του είναι εξαιρετικά επίκαιρα σήμερα.

Είμαι βέβαιος ότι οι λαοί μας, πιστεύοντας σε κοινές αρχές, θα αγωνιστούν με κάθε τρόπο ώστε να αποτρέψουν κάθε πιθανό πισωγύρισμα στην ιστορία.

Έχουμε χρέος να φύγουμε μπροστά! Και πιστεύω ότι θα τα καταφέρουμε!

 

Μπαράκ Ομπάμα: Καλησπέρα! Ευχαριστώ πολύ, κύριε πρόεδρε, για τα καλά σας λόγια και για τη θερμή υποδοχή σας σήμερα στην Αθήνα. Πάντα ήθελα να έρθω στην Ελλάδα και σήμερα με πολύ μεγάλη χαρά πραγματοποιώ, επιτέλους, αυτή την επίσκεψη, ως τμήμα του τελευταίου μου ταξιδιού ως Προέδρου στο εξωτερικό.

Όλοι γνωρίζουμε ότι ο κόσμος οφείλει τα μέγιστα στην Ελλάδα και στον ελληνικό λαό. Πολλά από τα ιδεώδη της Δημοκρατίας και μέγα μέρος της λογοτεχνίας, της φιλοσοφίας και των επιστημών έχουν τις ρίζες τους εδώ, στην Αθήνα. Έμαθα και μία έκφραση από την αρχαιότητα «καλός και αγαθός» (στα ελληνικά), που χαρακτηρίζει κάποιον ο οποίος εξωτερικά διαθέτει κάλλος και ο οποίος εσωτερικά διακρίνεται για την αρετή του. Ο χαρακτήρας του χαρακτηρίζεται από αρετή. Πιστεύω ότι αυτή η έκφραση αποτελεί και την τέλεια περιγραφή της φιλίας μεταξύ Ελλήνων και Αμερικανών.

Τα ιδεώδη της αρχαίας Ελλάδας ενέπνευσαν τους πατέρες του αμερικανικού έθνους, καθώς μάχονταν για τη Δημοκρατία και με τη σειρά τους οι επαναστατικές μας ιδέες ενέπνευσαν τους Έλληνες, καθώς αγωνίζονταν για τη δική τους ελευθερία. Αμερικανοί, μάλιστα, ήρθαν εδώ για να αγωνιστούν στο πλευρό των Ελλήνων, καθώς μάχονταν για την ανεξαρτησία τους. Και με την έλευση του ψυχρού πολέμου ο Πρόεδρος Τρούμαν έταξε τις Ηνωμένες Πολιτείες στο πλευρό της Ελλάδας και είπε ότι «πιστεύω πως πρέπει να βοηθούμε τους ελεύθερους λαούς να χαράσσουν το πεπρωμένο τους, κατά τη δική τους ελεύθερη βούληση». Ως και σήμερα οι ΗΠΑ είναι βαθιά ευγνώμονες για τη φιλία και τη συμμαχία με την Ελλάδα. Και προσωπικώς είμαι ευγνώμων και σε πολλούς φίλους από την ελληνοαμερικανική κοινότητα, τα παιδιά, τους γιους και τις κόρες των Ελλήνων. Έλληνες (στα ελληνικά) που πέτυχαν σε κάθε έκφανση της ζωής στην Αμερική.

Αλέξη, θέλω να σε ευχαριστήσω για την προσήλωσή σου στη Συμμαχία μας και για τη σημερινή μας, βεβαίως, εργασία. Όπως είπε και ο Πρωθυπουργός αφιερώσαμε μεγάλο μέρος της συζήτησής μας, στη συνάντησή μας, στην οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα και πώς η Ελλάδα μπορεί να συνεχίσει να κινείται προς τα εμπρός. Ξέρω ότι τα πράγματα ήταν πάρα πολύ δύσκολα, ιδιαίτερα για τους έλληνες εργαζόμενους και τις οικογένειές τους, τους συνταξιούχους και τους νέους. Η κρίση, ξέρετε, δεν είναι αφηρημένη έννοια. Η κρίση ανέτρεψε εκ βάθρων τις ζωές, τις δουλειές, την καθημερινότητα, εκατομμυρίων ανθρώπων σε ολόκληρη τη χώρα.

Κατά τη διάρκεια της συνάντησής μας, ο Αλέξης σκιαγράφησε τα επόμενα βήματα που σκοπεύει να κάνει. Συγκεκριμένα, τις μεταρρυθμίσεις που θα κάνουν την Ελλάδα πιο ελκυστική στις επενδύσεις και που θα αποτρέψουν την επανεμφάνιση των ανισορροπιών, που οδήγησαν εν πρώτης στην κρίση του δημοσίου χρέους. Η Ελλάδα, λοιπόν, συνεχίζει στον δύσκολο δρόμο για την ανάκαμψη. Το είχα πει από την αρχή της κρίσης, ότι για να είναι μακρόπνοες, βιώσιμες, οι μεταρρυθμίσεις η ελληνική οικονομία χρειάζεται χώρο, για να επιστρέψει στον δρόμο της ανάπτυξης και για να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας. Το έχω ξαναπεί η λιτότητα δεν μπορεί να είναι η συνταγή ανάπτυξης. Ο κόσμος, οι Έλληνες πρέπει να δουν βελτίωση στην καθημερινή τους ζωή και να ανακτήσουν την ελπίδα ότι η ζωή τους θα βελτιωθεί. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα συνεχίζει να μεταρρυθμίζεται, το ΔΝΤ είπε ότι η ελάφρυνση του χρέους είναι ζωτικής σημασίας και εγώ θα συνεχίσω να ενθαρρύνω, να παροτρύνω, τους πιστωτές να κάνουν ό,τι απαιτείται για να επανέλθει η Ελλάδα στον δρόμο που οδηγεί στην οικονομική ανάκαμψη. Όλοι μας θέλουμε να πετύχει η Ελλάδα, όλοι μας θέλουμε ο ελληνικός λαός να ευημερεί και να είναι σε θέση να παρέχει καλή ζωή στις οικογένειές τους και στα παιδιά. Αυτό θα είναι καλό για την Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση, για τις ΗΠΑ και εν τέλει καλό και για τον κόσμο.

Πέραν, όμως, των οικονομικών θεμάτων, συζητήσαμε με τον Πρωθυπουργό τις σοβαρές προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε ως σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ. Δράττομαι της ευκαιρίας για να συγχαρώ την Ελλάδα, γιατί είναι μία από τις πέντε μόνο χώρες – μέλη του ΝΑΤΟ που συνεχίζει να δαπανά 2% του ΑΕΠ της για την άμυνα. Και αυτό το έπραξε η Ελλάδα, ακόμη και σ’ αυτές τις δύσκολες οικονομικά εποχές. Θα έλεγα ότι αν η Ελλάδα τα κατάφερε εν μέσω δυσκολιών να πετύχει αυτόν τον στόχο, τότε όλοι μας οι σύμμαχοι θα έπρεπε να είναι σε θέση να το πράξουν.

Συζητήσαμε, επίσης, τη σημασία ανταλλαγής πληροφοριών για την πρόληψη τρομοκρατικών επιθέσεων και συζητήσαμε τη σημασία της διατήρησης σε ισχύ των κυρώσεων, συμπεριλαμβανομένων αυτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της Ρωσίας, έως ότου η Ρωσία εκπληρώσει στο ακέραιο τις υποχρεώσεις της βάσει της Συμφωνίας του Μινσκ.

Αλέξη, επίσης, σε ευχαριστώ για την ανθρωπιστική ανταπόκριση του ελληνικού λαού έναντι της κρίσης του μεταναστευτικού. Οι Έλληνες, ιδιαίτερα στα νησιά, έδειξαν απαράμιλλη συμπαράσταση στους πρόσφυγες και μετανάστες για να απολάβουν, δικαίως, του παγκοσμίου θαυμασμού και πάλι αυτό το έκαναν οι Έλληνες εν μέσω οικονομικών δεινών. Ο Πρωθυπουργός δεσμεύτηκε να βελτιώσει τις συνθήκες στέγης για τα παιδιά, καθώς και πρόσβασης στην εκπαίδευση των παιδιών των μεταναστών και των προσφύγων. Εμείς ως Ηνωμένες Πολιτείες θα συνεχίσουμε να βοηθάμε, γιατί το πρόβλημα δεν είναι ελληνικό, είναι διεθνές πρόβλημα. Και επαναβεβαίωσα την υποστήριξή μου στον Πρωθυπουργό ότι θα συνεχίσουμε να βοηθάμε, όπως μπορούμε. Επαναβεβαίωσα την υποστήριξη των ΗΠΑ, επίσης, στις Συμφωνίες μεταξύ ΕΕ – Τουρκίας γιατί είναι ο καλύτερος τρόπος για να αντιμετωπίσουμε τις αφίξεις στην Ευρώπη με τρόπο συντεταγμένο και ανθρώπινο.

Όπως είπε ο Αλέξης, τέλος, συζητήσαμε για την Κύπρο, που οι προοπτικές για δίκαιη και συνολική μακροπρόθεσμη, βιώσιμη λύση είναι καλύτερες από ποτέ. Το περιμένουμε εδώ και καιρό. Δεν σημαίνει ότι υπάρχει εγγυημένη επιτυχία, όμως υπάρχει πιθανότητα σήμερα να λύσουμε και το πρόβλημα που χρονίζει για δεκαετίες. Είναι προς το συμφέρον όλων των Κυπρίων, των οποίων τα συμφέροντα υπηρετούνται κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο από μία διζωνική-δικοινοτική Ομοσπονδία. Μία λύση η οποία θα είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμη και θα δημιουργεί οικονομικές ευκαιρίες για όλους τους ανθρώπους σε ολόκληρη την Κύπρο. Πιστεύω ότι αυτή η λύση είναι δυνατή. Θα ήταν ένα εξαιρετικό παράδειγμα προς τον κόσμο, για να δείξουμε τι μπορεί να πετύχει η διπλωματία και οι αμοιβαίοι συμβιβασμοί.

Κύριε Πρωθυπουργέ, σας ευχαριστώ ξανά για την υποδοχή, σας ευχαριστώ για την συνεργασία. Οι Έλληνες πέρασαν πολύ δύσκολα χρόνια και ο δρόμος μπροστά μας παραμένει γεμάτος δυσκολίες. Παρά τις δυσκολίες, η Ελλάδα αδιάλειπτα υπήρξε αξιόπιστος σύμμαχος, υποστήριξε, όπως είπα, τους συνανθρώπους μας που χρειάζονταν συμπαράσταση. Αυτό είναι δείγμα του ελληνικού χαρακτήρα. Προσβλέπω στην ευκαιρία που θα έχω αύριο να απευθύνω τον λόγο στον ελληνικό λαό, κατά τη διάρκεια της αυριανής ομιλίας μου. Προς το παρόν, εκ μέρους του αμερικανικού λαού, να σας πω ότι πραγματικά είμαστε υπερήφανοι που στο πρόσωπο της Ελλάδας βλέπουμε έναν από τους στενότερους συμμάχους και καλύτερους φίλους των ΗΠΑ.

Σας ευχαριστώ.

 

Πάνος Χαρίτος (ΕΡΤ): Κύριε Πρόεδρε, από την ΕΡΤ. Για την οικονομία η ερώτηση. Πάμε πίσω 7-8 χρόνια. Τότε αναλαμβάνατε τα καθήκοντά σας. Και εκείνη την εποχή το ποσοστό ανεργίας ήταν 6%. Μετά από δύο χρόνια είχε φθάσει στο 11,6 %. Σήμερα, το αφήσατε στο 5%, το χαμηλότερο εδώ και πολύ καιρό στις ΗΠΑ. Το ΑΕΠ των ΗΠΑ αυξήθηκε κατά 2,6 τρισεκατομμύρια και παρόλο ότι δεν υπάρχουν συγκρίσεις μεταξύ Ελλάδος και ΗΠΑ, θα έλεγα το εξής: Η Ελλάδα τα τελευταία 7 χρόνια δέχθηκε την μήνιν των διεθνών οικονομικών οργανισμών, ακόμη είμαστε στο μάτι του κυκλώνα, της ύφεσης. Την ίδια εποχή, λοιπόν, εμείς δεν είδαμε να βρίσκεται στο τραπέζι των συζητήσεων το θέμα της ελάφρυνσης του χρέους. Μπορεί να προχωρήσει το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων χωρίς ελάφρυνση του χρέους; Και όσον αφορά την σχέση Ελλάδος και διεθνών οικονομικών οργανισμών, πόσο μπορεί να επιβιώσει;

Μπαράκ Ομπάμα: Έχετε δίκιο ως προς το εξής: Δεν υπάρχουν ευθείες συγκρίσεις μεταξύ Ελλάδος και ΗΠΑ για μια σειρά από λόγους, όχι μόνο λόγω του μεγέθους της οικονομίας των δύο χωρών. Και εμείς περάσαμε από σημαντική συρρίκνωση. Χάναμε 800.000 θέσεις εργασίας το μήνα, όταν ανέλαβα καθήκοντα. Η οικονομία συρρικνωνόταν την εποχή εκείνη και μάλιστα ταχύτερα από ό,τι συρρικνωνόταν στη μεγάλη ύφεση. Όμως, λάβαμε μέτρα, μάθαμε από τα λάθη μας και σταθεροποιήσαμε την οικονομία και μετά επανήλθαμε στο δρόμο της ανάπτυξης. Πιστεύω, όμως, σε κάθε περίπτωση, ότι ένα από τα μαθήματα που προσπαθήσαμε να εφαρμόσουμε είναι το εξής: Έχει σημασία να συνδυάζει κανείς τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις με καλή δημοσιονομική πολιτική μαζί με αναπτυξιακή πολιτική, γιατί όταν διογκώνεται η οικονομία, όταν υπάρχει πρόοδος της οικονομίας, μειώνεται και ποσοστιαία το χρέος.

Αν συρρικνώσει κανείς τις δαπάνες σε εποχή οικονομικής συρρίκνωσης, τότε η οικονομία θα συρρικνωθεί περαιτέρω. Βεβαίως, το πλεονέκτημα που είχαμε εμείς είναι το δολάριο, είναι το υπ΄ αριθμόν ένα αποθεματικό νόμισμα στον πλανήτη. Ακόμη και εν μέσω κρίσης, ο κόσμος αγόραζε ομόλογα του αμερικανικού Δημοσίου. Ούτε ήμασταν σε πρόγραμμα, ούτε σε κάποια συνεννόηση ή συμφωνία, όπως η Ευρωζώνη. Είχαμε, λοιπόν, επιπλέον περιθώρια ευελιξίας. Αυτή είναι η άλλη διαφορά. Όμως το βασικό μάθημα που λάβαμε από τη δική μας κρίση ,η αλήθεια είναι ότι προοδεύσαμε, βγήκαμε από την κρίση αρκετά γρήγορα, πιο αποτελεσματικά, ταχύτερα από ό,τι οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Αυτό, λοιπόν, το οποίο μάθαμε είναι ότι ιδιαίτερα, όταν η οικονομία προσπαθεί να ανακάμψει, το να δημιουργήσουμε θέσεις εργασίας, το να τονώσουμε την οικονομική δραστηριότητα, αυτός ακριβώς είναι ο παράγοντας, ο οποίος εντέλει μειώνει τα διαρθρωτικά ελλείμματα και μειώνει και το χρέος, που έχει να αντιμετωπίσει μια χώρα.

Πιστεύω ότι ο δρόμος στον οποίο βρίσκεται σήμερα η Ελλάδα, είναι σωστός. Περάσατε από μερικές πολύ δύσκολες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και πιστεύω ότι ο ελληνικός λαός, παρά τις δυσκολίες, παρά τους δύσκολους καιρούς, παρά το ότι μερικές πολιτικές δεν ήταν οι ορθότερες, ο ελληνικός λαός, λοιπόν, πρέπει να αναγνωρίσει ότι σε αυτή την παγκοσμιοποιημένη οικονομία, η ελληνική οικονομία θα έπρεπε, ήταν δεδομένο ότι έπρεπε, να υποστεί κάποιες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Αυτό αφορά και εμάς, την αμερικανική οικονομία. Αυτό κάναμε στον τομέα της εκπαίδευσης. Το ίδιο κάναμε με τις υποδομές μας. Επίσης, το νομικό και κανονιστικό μας πλαίσιο και αυτό χρειαζόταν ανανέωση. Φροντίσαμε να χαλιναγωγήσουμε εν μέρει τη Wall Street και τα χρηματιστήρια. Κάναμε και εμείς, λοιπόν, τις μεταρρυθμίσεις μας, που, βεβαίως, δεν είναι ίδιες με αυτές που θα έπρεπε να κάνει η Ελλάδα. Όμως, ήταν απολύτως απαραίτητες.

Βλέπω ότι ο Έλληνας Πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του έχουν τη βούληση να συνεχίσουν σε αυτό το δρόμο, να κάνουν την Ελλάδα πιο ανταγωνιστική, πιο ελκυστική εντέλει για τις επενδύσεις στο μέλλον. Ο ελληνικός λαός είναι λαός επιχειρηματιών, είναι λαός ευφάνταστος, είναι λαός με απαράμιλλες δυνατότητες. Και είμαι σίγουρος ότι πάρα πολλοί επενδυτές βλέπουν στην Ελλάδα πολλές ευκαιρίες.

Δεν είναι μόνο όμως, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Όταν η οικονομία συρρικνώνεται με τέτοιους ρυθμούς, όταν η ανεργία είναι τόσο ψηλά, χρειάζεται μια σαφώς αναπτυξιακή ατζέντα. Είναι πολύ δύσκολο να καταστρώσει κανείς μια πραγματικά, αναπτυξιακή στρατηγική χωρίς να συνδυάζεται αυτό με ελάφρυνση του χρέους. Και αυτό είναι πολιτικό ζήτημα.

Για να μην αδικήσω και κάποιες κυβερνήσεις του Βορρά, που δεν είναι και πολύ δημοφιλείς εδώ στην Ελλάδα, οφείλω να πω ότι πρέπει από την άλλη μεριά να αναγνωρίσουμε ότι και αυτοί έχουν τη δική τους πολιτική, τους δικούς τους πολιτικούς σκοπούς, έχουν πολίτες, ψηφοφόρους και πολλές φορές δείχνουν μεγάλη διστακτικότητα, όσον αφορά την ελάφρυνση του χρέους. Όμως, έχοντας δει ότι η Ελλάδα έχει κάνει σημαντικά βήματα, δει ότι έχει κάνει δύσκολες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, έχοντας δει μια Ελλάδα η οποία δεσμεύεται να αλλάξει, έχοντας δει αυτό που πέρασε ο ελληνικός λαός αυτά τα δύσκολα χρόνια, πιστεύω πως υπάρχει μια ευκαιρία και οι δύο πλευρές να καταλήξουν σε μία ανθεκτική λύση αντί κάθε χρόνο ή κάθε έξι μήνες να έχουμε διαπραγμάτευση. Αυτό θα ήταν καλό για όλους. Και τώρα που η ελληνική οικονομία μπήκε και πάλι σε τροχιά ανάπτυξης, ίσως, επαναλαμβάνω, να είναι η κατάλληλη στιγμή.

 

Ζερόμ Καρτιγιέ (AFP): Κύριε Πρόεδρε, πολλοί στην Ευρώπη προσπαθούν να καταλάβουν τι έγινε στις 8 Νοεμβρίου στις ΗΠΑ. Πιστεύετε ότι έχετε κάτι σαν το δημοψήφισμα για το Brexit πριν από λίγους μήνες; Μήπως οι πολιτικοί αρχηγοί προσπαθούν ακόμη να καταλάβουν πού πηγαίνει η κοινή γνώμη; Βλέπετε φόβο, άγχος στις ΗΠΑ; Και προς τον Έλληνα Πρωθυπουργό, τον κ. Τσίπρα: Ο Πρόεδρος Ομπάμα έχει κατ’ επανάληψη δηλώσει, όπως το έκανε και σήμερα, ότι είναι υπέρ της σημαντικής ελάφρυνσης του χρέους. Πιστεύετε ότι έχει πιθανότητες να πείσει την Καγκελάριο Μέρκελ να κάνει κάποια κίνηση αυτή την εβδομάδα;

Μπαράκ Ομπάμα: Δεν υπάρχουν συγκρίσεις μεταξύ χωρών. Υπάρχει, βεβαίως, διαφορά μεταξύ ενός δημοψηφίσματος επί ενός εξαιρετικά πολύπλοκου θέματος, της σχέσης μεταξύ της Μ. Βρετανίας και της υπόλοιπης Ευρωπαϊκής Ένωσης, και της προεδρικής εκλογής στις ΗΠΑ. Δεν συγκρίνονται αυτά τα δύο.

Οι προεδρικές εκλογές αφορούν πρόσωπα, προσωπικότητες. Το αποτέλεσμα εξαρτάται από τις προεκλογικές εκστρατείες, την ανάγκη και την όρεξη του κόσμου για αλλαγή, το ποιος είναι ο επερχόμενος Πρόεδρος, την ανάγκη για αλλαγή, ενδεχομένως, μετά από δύο θητείες. Νομίζω ότι όλοι αυτοί οι παράγοντες επηρεάζουν μια προεδρική εκλογή. Ωστόσο, υπάρχει κάτι κοινό σε όλα αυτά. Στις αναπτυγμένες οικονομίες μας, αλλά και σε άλλα μέρη του κόσμου, εκδηλώνονται, βεβαίως, με τρόπο διαφορετικό: Η παγκοσμιοποίηση σε συνδυασμό με την τεχνολογία και τις εξελίξεις της, σε συνδυασμό με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τη ροή των πληροφοριών, όλα αυτά ανατρέπουν εκ βάθρων τις ζωές των ανθρώπων με τρόπο απτό πολλές φορές, αισθητό. Για παράδειγμα, κλείνει ένα εργοστάσιο και ξαφνικά μια ολόκληρη πόλη δεν έχει δουλειά, χάνει τη βασική πηγή εισοδήματος. Αλλά και ψυχολογικά, ψυχικά υπάρχει αβεβαιότητα, ο κόσμος είναι πιο αβέβαιος. Δεν έχουμε μια σαφή εικόνα της εθνικής μας ταυτότητας. Ο τόπος, στον οποίο ζούμε, αρχίζει να φαίνεται διαφορετικός, χάνουμε τον προσανατολισμό μας.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αυτά ευνόησαν τον λαϊκισμό, τα λαϊκίστικα κινήματα σε πολλά μέρη του κόσμου και στην Ευρώπη βεβαίως. Βλέπουμε έναν Ντόναλντ Τραμπ και έναν Μπέρνι Σάντερς, δύο πολύ διαφορετικούς υποψηφίους, μη συμβατικούς, και οι δύο να έχουν πολύ μεγάλη επιτυχία στην κοινή γνώμη. Αυτό κάτι σημαίνει. Έχει σχέση με την παγκοσμιοποίηση; Ίσως. Κάποιοι θέλουν να περιορίσουμε τα φαινόμενα της παγκοσμιοποίησης, να χαλιναγωγήσουμε τους θεσμούς μας, να βάλουμε σε μια τάξη τους θεσμούς μας, να ικανοποιήσουμε τις άμεσες ανάγκες του ανθρώπου. Και, πολλές φορές, έχουμε και θέματα εθνικής ταυτότητας, θρησκευτικής ταυτότητας, πολιτισμικής ταυτότητας. Αυτό είναι ένα εξαιρετικά αβέβαιο μίγμα που δεν ξέρουμε πού οδηγεί.

Έχει σημασία, σε κάθε περίπτωση, να αναγνωρίσουμε ότι αυτές οι τάσεις ανέκαθεν υπήρχαν. Αποτελεί καθήκον των πολιτικών ηγετών να ενσκήψουν στις ανάγκες και τις ανησυχίες των πολιτών και να κάνουν ό,τι μπορούν με τον πιο εποικοδομητικό τρόπο. Αν εγώ είδα θυμό, άγχος, αγωνία στους Αμερικανούς; Ναι, βεβαίως. Το είδα, το διαπίστωσα. Πρώτα απ’ όλα, χρειάστηκε να ανακάμψουμε από τη χειρότερη ύφεση, μετά τη μεγάλη ύφεση του 1929. Οι τιμές των ακινήτων κατακρημνίστηκαν, άλλοι έχασαν τις συντάξεις τους, τις δουλειές τους, φυσικά είναι θυμωμένος ο κόσμος. Όμως, σταθήκαμε στα πόδια μας. Πετύχαμε ανάκαμψη. Ωστόσο, έμεινε πίσω φόβος και άγχος σε πολλούς ανθρώπους. Πολλοί είχαν την εντύπωση ότι το παιχνίδι είναι φτιαγμένο υπέρ της Wall Street για να προστατεύσουμε ειδικά συμφέροντα στις ΗΠΑ. Αυτή είναι μια γνώμη που έχει πολλούς οπαδούς.

Ακούσατε και τους λόγους, τις θέσεις των Ρεπουμπλικάνων. Είδατε τι κυκλοφορεί στα μέσα. Μερικές από τις θέσεις αυτές είναι ανησυχητικές. Δεν αντικατοπτρίζουν καν πραγματικά γεγονότα. Όμως, χρησιμοποιήθηκαν αποτελεσματικά εντέλει για να κινητοποιήσουν τον κόσμο προς την λάθος κατεύθυνση. Ο νεοεκλεγείς Πρόεδρος, ο κ. Τραμπ, διεύρυνε την εκλογική του βάση, χάρη σε τέτοιου είδους δηλώσεις και κηρύγματα και κέρδισε τις εκλογές. Το μάθημα που εγώ απεκόμισα, συνοψίζεται σε ένα τοπίο που αφορά όλες τις χώρες, είναι κοινό για όλες τις χώρες: Ζητήματα, προβλήματα, όπως η ανισότητα που πρέπει να αντιμετωπιστούν, πρέπει κάτι να κάνουμε για τη μετακίνηση της οικονομικής δραστηριότητας, την εξαγωγή των βιομηχανιών μας, τον φόβο ότι τα παιδιά μας δεν θα τα καταφέρουν στη ζωή τους τόσο καλά, όσο εμείς, δεν θα ζήσουν τόσο καλά, όσο εμείς. Αυτά πρέπει να τα αντιμετωπίσουμε δραστικά, να πάρουμε σκληρές αποφάσεις. Διαφορετικά, ο φόβος θα κατακλύσει τους πάντες με τρόπο εντελώς αντιπαραγωγικό. Και οι άνθρωποι θα αρχίσουν να στρέφονται εναντίον των άλλων συνανθρώπων τους.

Να σας πω την αλήθεια, αυτή ήταν η βασική μου προτεραιότητα τα τελευταία οχτώ χρόνια: Να αυξήσουμε τους μισθούς, να επενδύσουμε στις υποδομές, να διασφαλίσουμε ότι ο κόσμος έχει πρόσβαση σε καλή εκπαίδευση και να είναι έτοιμος για το μέλλον. Όλα αυτά ήταν προτεραιότητες, που αν τις υλοποιούσαμε θα μας βοηθούσαν να αντιμετωπίσουμε την οικονομική πίεση. Δεν κατάφερα, βεβαίως, να πείσω το Κογκρέσο, στο οποίο δεσπόζουν οι Ρεπουμπλικάνοι, να περάσει πολλά από αυτά τα μέτρα. Κάποιοι πιστεύουν ότι τα πήγα καλά. Εδώ, βλέπεται, υπάρχει μια αναντιστοιχία. Από τη μια μεριά αγωνία, φόβος και από την άλλη μεριά η πιο θετική άποψη.

Ο κόσμος στην Αμερική, ίσως, πραγματικά, τελικά, πίστεψε ότι κάτι πρέπει να αλλάξει, ότι πρέπει να αλλάξουν τα πάντα. Δεν ξέρω εάν ο χρόνος μας πει, αν θα δείξει σχετικά με μας, με το Brexit, αν αυτές οι δύο εξελίξεις τελικά εξέφραζαν αυτούς τους ανθρώπους, που ψήφισαν υπό το καθεστώς του φόβου. Δεν ξέρω. Θα δούμε. Ο χρόνος θα δείξει.

Εγώ θα μπορούσα να υποστηρίξω ότι οι δικές μας πολιτικές ήταν σωστές, ότι η οικονομική μας ανάπτυξη, ο ρυθμός ανάπτυξης ήταν υψηλότερος από ό,τι σε άλλες αναπτυγμένες οικονομίες και ότι οι Αμερικανοί περνούν σήμερα καλύτερα από ό,τι πριν από χρόνια. Ακόμα και αυτοί που ψήφισαν για τον Τραμπ είναι σε καλύτερη κατάσταση από ό,τι πριν από οκτώ χρόνια. Θα δούμε, όμως. Θα δείξει. Θα δούμε εάν αυτά τα γεγονότα επηρέασαν και πώς τις ζωές των ανθρώπων με την ψήφο τους στις επόμενες εκλογές.

Αλέξης Τσίπρας: Με ρωτήσατε εάν πιστεύω ότι μπορούμε να πείσουμε την Άνγκελα Μέρκελ για τα απαραίτητα βήματα που πρέπει να γίνουν για να ανακάμψει η ελληνική οικονομία. Σας απαντώ ότι είμαι εξαιρετικά αισιόδοξος. Για δύο λόγους:

Ο πρώτος λόγος είναι ότι η Άνγκελα Μέρκελ είναι μια Γερμανίδα πολιτικός. Και οι Γερμανοί, πολλές φορές επίμονα, ίσως και εκνευριστικά κάποιες φορές, επιμένουν στο ότι οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται. Και αυτό που αναμένεται να γίνει σε σχέση με την Ελλάδα είναι ό,τι είχε συμφωνηθεί τον προηγούμενο Ιούλιο – Αύγουστο, το προηγούμενο καλοκαίρι του 2015: Ότι μόλις η Ελλάδα αποδείξει την αποφασιστικότητά της να προχωρήσει σε γενναίες και δύσκολες μεταρρυθμίσεις, μόλις υλοποιήσει το πρώτο και δυσκολότερο review, την πρώτη και δυσκολότερη αξιολόγηση, τότε θα συζητηθούν και θα παρθούν αποφάσεις, θα εφαρμοστούν μέτρα για την απομείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, προκειμένου η Ελλάδα να αποκτήσει ξανά πρόσβαση στις αγορές χρήματος, να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη και να επιστρέψει με ταχύτατους ρυθμούς η ανάπτυξη στην ελληνική οικονομία. Άρα, λοιπόν, ο πρώτος λόγος, για τον οποίο είμαι αισιόδοξος ότι θα πειστεί, είναι διότι, όπως το έλεγε συχνά ο Γερμανός Υπουργός Οικονομικών Βόλφανγκ Σόιμπλε, «pacta sunt servanda», που είναι μια λατινική έκφραση, την οποία πολλές φορές υιοθετούμε και εμείς που έχουμε μάθει τα αρχαία ελληνικά και όχι τα λατινικά στα σχολείο μας.

Ο δεύτερος λόγος, για τον οποίο είμαι αισιόδοξος, είναι ότι έχω γνωρίσει από κοντά την Άνγκελα Μέρκελ, το ίδιο και ο Μπαράκ Ομπάμα. Ήμασταν στενά συνδεδεμένοι όλο το διάστημα της μεγάλης προσφυγικής κρίσης. Είχα μια πολύ καλή συνεργασία και έχω διαμορφώσει τη γνώμη ότι είναι μια πολιτικός με αίσθημα της ευθύνης απέναντι στην Ευρώπη και στο μέλλον της Ευρώπης και όχι μόνον με ευθύνη απέναντι στη Γερμανία ή στο εσωτερικό του κόμματός της. Με τον ίδιο τρόπο, άλλωστε, αντιμετώπισε και την προσφυγική κρίση: με ένα βαθύ αίσθημα ευθύνης απέναντι στο μέλλον της Ευρώπης και τη σταθερότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πιστεύω, λοιπόν, ότι εξαιτίας αυτών των δύο σημαντικών λόγων θα πειστεί ότι πρέπει να γίνουν τα απαραίτητα εκείνα μέτρα, που δεν επιβαρύνουν, άλλωστε, τους Γερμανούς φορολογούμενους, προκειμένου να υπάρξει μια θετική εξέλιξη, η Ελλάδα να μην αποτελεί μέρος του προβλήματος στην Ευρώπη, αλλά μέρος της λύσης. Μέρος της λύσης για τη σταθερότητα, την ασφάλεια, την επιστροφή στην ατζέντα της ανάπτυξης -αυτό αφορά όλη την Ευρώπη- και βεβαίως για την επίλυση του προσφυγικού προβλήματος, στο οποίο η Ελλάδα παίζει έναν καθοριστικό ρόλο. Γι’ αυτό, λοιπόν, το λόγο είμαι αισιόδοξος και πιστεύω ότι αυτή η αισιοδοξία θα επαληθευτεί.

 

Μιχάλης Ιγνατίου (Έθνος): Είπατε, κατ’ επανάληψη, κύριε Πρόεδρε, ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισαν την οικονομία, την οικονομική κρίση οι Ευρωπαίοι είχε το αντίθετο από το αναμενόμενο αποτέλεσμα και πολλές φορές μιλήσατε φερόμενος κατά της λιτότητας και πιστεύω ότι έχετε δίκιο, γιατί δεν καταφέρνουμε να πείσουμε τους Ευρωπαίους να ακολουθήσουν τη δική σας οδό, παρά τα όσα κάνατε τους τελευταίους δύο μήνες για να βοηθήσετε την Ελλάδα. Και για την Κύπρο κάτι, που είναι ένα προσφιλές μου θέμα, γιατί γεννήθηκα στην Κύπρο. Πώς θα μπορούσατε να πείσετε τον Πρόεδρο της Τουρκίας να θέσει τέλος στην κατοχή της Κύπρου;

Μπαράκ Ομπάμα: Να ξεκινήσω από το δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας. Πρόκειται για μία διαπραγμάτευση μεταξύ Κυπρίων. Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων. Τα καλά νέα, όπως λέμε, είναι ότι έχουμε δύο ηγέτες οι οποίοι είναι ειλικρινά προσηλωμένοι στην προσπάθεια εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης, για να επωφεληθούν και οι δύο λαοί. Εάν τα μυαλά των δύο ηγετών κάπου συναντηθούν, τότε, θα μπορούσαμε όλοι μας, συμπεριλαμβανομένης της διεθνούς κοινότητας, της Ελλάδας, της Τουρκίας και των ΗΠΑ, να υποστηρίξουμε αυτή τη Συμφωνία με τρόπο ώστε να είναι δυνατόν η Συμφωνία αυτή να επικυρωθεί και από τις δύο πλευρές. Επενδύσαμε πολύ χρόνο. Ο αντιπρόεδρος Μπάιντεν έχει προσπαθήσει πάρα πολύ και πρέπει να πω ότι έχουν αναπτερωθεί οι ελπίδες μας από την πρόσφατη πρόοδο. Τις επόμενες εβδομάδες και μήνες βλέπουμε μια ευκαιρία να γίνει κάτι, να λυθεί το πρόβλημα. Εάν βρούμε μια λύση που εξασφαλίζει ισοτιμία –είναι βέβαιο φυσικά ότι δεν θα ικανοποιηθούν και οι δύο πλευρές εκατό τοις εκατό. Εάν, πάντως, βρεθεί ένας μηχανισμός για μία μεταβατική κατάσταση από το σημερινό status quo προς μία μελλοντική κατάσταση, αυτό το οποίο φαντάζονται και επιθυμούν και οι δύο πλευρές, θα το υποστηρίξουμε και εμείς. Εμείς, θα κάνουμε ό,τι μπορούμε, ό,τι περνάει από το χέρι μας, για να υποστηρίξουμε τη διαδικασία αυτή.

Όσον αφορά την οικονομία και την Ευρώπη και πάλι έχει μεγάλη σημασία να αναγνωρίσουμε ότι το δικό μου έργο ήταν μάλλον απλούστερο στις ΗΠΑ, γιατί, τουλάχιστον, τα δύο πρώτα χρόνια της θητείας μου εγώ είχα πλειοψηφίες και στα δύο σώματα του Κογκρέσου και εν τέλει είμαι μία χώρα και όχι 28. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα βγάζει πέρα κανείς εύκολα με το Κογκρέσο. Το Κογκρέσο δεν είναι μία Βουλή. Εσείς έχετε ένα σωρό Κοινοβούλια και Επιτροπές, κ.λπ. Είναι τα πράγματα ακόμα πιο πολύπλοκα. Η ανάγκη επίτευξης σύμπνοιας προϋποθέτει ότι οι οικονομίες βρίσκονται στην ίδια περίπου κατάσταση. Αυτό ακριβώς είναι που κατέστησε την κατάσταση στην Ευρώπη πολύ πιο δύσκολη. Θέλω να είμαι σαφής ως προς αυτό. Δεν ζηλεύω σε καμία περίπτωση κανέναν ευρωπαίο ηγέτη. Έχουν δύσκολο καθήκον. Αντιμετώπισαν πολύ δύσκολες υποθέσεις τελευταία. Αυτό το οποίο, τουλάχιστον, προσπάθησα να κάνω είναι να καταθέσω τις σκέψεις μας, τις προτάσεις μας και ό,τι καλύτερο είχαμε στο μυαλό μας, εν πάση περιπτώσει, σχετικά με το πώς θα λύσουμε γρήγορα τα προβλήματα με τις τράπεζες, με διαφάνεια, τόσο πιο γρήγορα θα επωφεληθούμε από την ανάπτυξη της οικονομίας και θα ξεκινήσουν οι επενδύσεις. Όταν η οικονομία συρρικνώνεται είναι δύσκολο να δημιουργήσεις θέσεις εργασίας ή να κάνεις δαπάνες για τις υποδομές. Και φυσικά δεν πρόκειται να μειώσεις ποτέ το χρέος. Έτσι, έρχεται η στιγμή που κάτι πρέπει να κάνεις για το χρέος. Εμείς τα δύο πρώτα χρόνια αντιμετωπίσαμε υψηλότερο χρέος, λόγω των έκτακτων δαπανών. Το έλλειμμά μας τώρα έχει μειωθεί κατά τα 2/3 κατά κύριο λόγο, διότι πετύχαμε ανάπτυξη, αυξήσαμε τα φορολογικά έσοδα. Κάποια μαθήματα, λοιπόν, κάποια συμπεράσματα, ισχύουν για όλες τις χώρες. Εμείς, απλώς, όπως είπα, καταθέτουμε τις σκέψεις μας και ό,τι έχουμε μάθει. Επαναλαμβάνω ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα σωρό διαφορετικά έθνη και με κοινό νόμισμα. Μια ένωση από τους οποίους κάποιοι είναι στην Ευρωζώνη και κάποιοι εκτός. Έχουμε ένα Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πάρα πολλές συσκέψεις.

Αλέξης Τσίπρας: Θα συμφωνήσω απόλυτα με όσα είπε πριν ο Πρόεδρος Ομπάμα, σε σχέση με το ερώτημα που έχει να κάνει με το κυπριακό πρόβλημα. Δεν είναι ένα διμερές πρόβλημα, δεν είναι ένα πρόβλημα ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία. Είναι ένα διεθνές πρόβλημα εδώ και 42 χρόνια, όσο είναι και η ηλικία μου και είναι πρόβλημα παράνομης εισβολής και κατοχής του βόρειου τμήματος της Κύπρου. Δίνουμε όλες μας τις δυνάμεις, υποστηρίζοντας, ενθαρρύνοντας και τις δύο πλευρές, προκειμένου να καταφέρουν να φτάσουν σε μία συμφωνία δίκαιη και βιώσιμη. Στην πρώτη μου επίσκεψη στην Κύπρο ως πρωθυπουργός, φρόντισα να συναντήσω, εκτός από την ηγεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας, και ΜΚΟ, εκπροσώπους της Τουρκοκυπριακής Κοινότητας, και νομίζω ότι ήταν η πρώτη φορά που συνέβη αυτό, Έλληνας Πρωθυπουργός να τους συναντά. Διότι εμάς μας ενδιαφέρει ο κυπριακός λαός, στο σύνολό του, να ζήσει σε μία επανενωμένη Κύπρο, ελεύθερος, σε ένα σύστημα με Δημοκρατία, Ελευθερία, και η Κύπρος, η επανενωμένη, να είναι μέλος της ΕΕ.

Θέλω, λοιπόν, να ξεκαθαρίσω, ότι σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, ενθαρρύνουμε την προοπτική λύσης, στεκόμαστε δίπλα στον Πρόεδρο Αναστασιάδη, που το επιχειρεί με όλες του τις δυνάμεις και ταυτόχρονα δηλώνουμε έτοιμοι να συζητήσουμε με την Τουρκία μονάχα το σκέλος εκείνο που μας αφορά. Το οποίο είναι οι εγγυήσεις, διότι από το 1959 – 1960 αυτό το αναχρονιστικό μοντέλο των εγγυήσεων αφορά και την Ελλάδα. Όμως, η Ελλάδα δεν είναι μια χώρα που κατέλαβε ή κατέχει παράνομα την Κύπρο και θεωρώ ότι δίκαιη και βιώσιμη λύση σημαίνει λύση χωρίς την μόνιμη παρουσία τουρκικών στρατευμάτων στο Νησί. Και ταυτόχρονα θεωρώ ότι η καλύτερη εγγύηση για την ασφάλεια του κυπριακού λαού είναι η ίδια η συμφωνία, η ίδια η προοπτική βιώσιμης και δίκαιης συμφωνίας, που θα δώσει μια άλλη δυναμική. Κι εάν αυτό συμβεί, πιστεύω ότι θα βρισκόμαστε σε μια τελείως διαφορετική φάση, όχι μόνο για την Κύπρο, αλλά και για τις ελληνο – τουρκικές σχέσεις για την ευρύτερη περιοχή.

Με αυτές τις σκέψεις προχωράμε και πιστεύουμε ότι πράγματι ο Πρόεδρος Ερντογάν παίζει έναν σημαντικό ρόλο, αλλά δεν είναι η δική μου η ευθύνη να τον πείσω, κύριε Ιγνατίου.

 

Κριστίν Τζάνσινγκ (NBC): Πρόεδρε, στις ΗΠΑ μετά τις εκλογές έχουμε συνεχείς διαμαρτυρίες στους δρόμους. Θα ήθελα να σας ρωτήσω εάν πιστεύετε ότι δημιουργήσατε τις προϋποθέσεις για να εκλεγεί ο Ντόναλντ Τραμπ. Αισθάνεστε υπεύθυνος για την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ; Γενικότερα, εάν πάμε πίσω και δούμε την εκστρατεία του, εάν δούμε την επιτυχία πολιτικών, όπως η Μαρί Λεπέν, πιστεύετε ότι υπάρχει μία τάση, ένα κίνημα απόρριψης του σημερινούς μας κόσμου; Κύριε Πρόεδρε, είπατε ότι ανησυχείτε για την άνοδο των εξτρεμιστικών κινημάτων γενικότερα και για τον Τραμπ είπατε ότι «ελπίζω πως δεν θα αντιμετωπίσει αυτό το κακό». Πιστεύετε ότι πρόκειται πράγματι για κακό; Μήπως τα σχόλιά του για τους ευρωπαίους ηγέτες θα κάνουν τη δουλειά του πιο δύσκολη;

Μπαράκ Ομπάμα: Πρώτον, εξεπλάγην κι εγώ από το αποτέλεσμα των εκλογών. Ακόμη και σήμερα δεν νιώθω υπεύθυνος για τις δηλώσεις του νεοεκλεγέντος Προέδρου, τι λέει ή κάνει. Όμως, ως Πρόεδρος των ΗΠΑ, οφείλω να διασφαλίσω ομαλή μετάβαση και να παρουσιάσω στον νεοεκλεγέντα Πρόεδρο και στον αμερικανικό λαό, να καταθέσω τις καλύτερες ιδέες μου για το πως μπορούμε να προχωρήσουμε προς τα εμπρός. Θα ορθώσω τη φωνή μου στους τομείς και επί των θεμάτων που πιστεύω ότι το ρεπουμπλικανικό κόμμα δεν έχει δίκιο. Όμως, θα συνεργαστώ με τον νεοεκλεγέντα Πρόεδρο και πιστεύω ότι σε κάθε περίπτωση θα προχωρήσουμε στον τομέα της ασφάλειας, της δικαιοσύνης, της ευημερίας, μιας Αμερικής χωρίς αποκλεισμούς.

Έχει σημασία, ξέρετε, να μην αρχίσουμε να κάνουμε συγκρίσεις μεταξύ Τερέζα Μέι και άλλων συντηρητικών πολιτικών. Η Τερέζα Μέι είναι ήδη πρωθυπουργός ή ας πούμε, για παράδειγμα, της Μαρί Λεπέν στη Γαλλία. Πρόκειται για διαφορετικά πράγματα. Η κατάσταση στην κάθε μία απ’ αυτές τις χώρες είναι επίσης διαφορετική. Πιστεύω, και το είπα προηγουμένως, ότι η ιστορία δεν είναι μία γραμμική διαδικασία, μία φορά δεξιά, μία φορά αριστερά. Κάποια στιγμή προχωρά εμπρός, υποχωρεί, πάει προς τα πλάγια. Υπάρχουν εποχές σημαντικών πιέσεων, ο κόσμος κάτι αναζητά, χωρίς να ξέρει ενδεχομένως τι αναζητά, ζητά μια αλλαγή, γενικώς και αορίστως. Πολλές φορές ο κόσμος δεν ξέρει καν η επερχόμενη αλλαγή τι θα φέρει. Όπως ξέρετε κατά τη διάρκεια της προεδρίας μου, το ξέρω για μένα, έδωσα μεγάλη σημασία στις δημοσκοπήσεις, αλλά επειδή η ερώτησή σας αναφέρεται στο αν ο κόσμος απορρίπτει το δικό μου μοντέλο για τον κόσμο, θα σας πω το εξής. Νομίζω ότι μια ισχυρή πλειοψηφία του αμερικανικού λαού συμφωνεί με εμένα. Το ερώτημα βέβαια εκκρεμεί, είναι ένα εύλογο ερώτημα πως εξελέγη κάποιος με μία τελείως διαφορετική κοσμοθεωρία. Είναι αυτό που σας είπα προηγουμένως. Πολλές φορές ο κόσμος έχει την ανάγκη να δοκιμάσει κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό, μήπως αυτό φέρει κάτι καλύτερο. Και υποθέτω, υποπτεύομαι, ότι αυτό το φαινόμενο επηρέασε το αποτέλεσμα των εκλογών. Πιστεύω επίσης, και ανεξαρτήτως από οποιαδήποτε εκλογική διαδικασία, κίνημα, κ.λπ., ότι θα χρειαστεί να κάνουμε κάτι, να ορθώσουμε το ανάστημά μας ενάντια στον εθνικισμό, στον υπερβολικό φυλετισμό, τις ακρότητες εναντίον των άλλων, εμείς και εκείνοι. Ξέρετε, δεν πρόκειται ποτέ να απολογηθώ επειδή έχω υποστηρίξει ότι το μέλλον της ανθρωπότητας θα οριστεί απ’ αυτά που έχουμε κοινά και όχι από τις διαφορές μας, διαφορές που θα μας οδηγήσουν στη σύγκρουση. Δείτε την Ευρώπη. Ξέρουμε τι συμβαίνει, κάθε φορά που οι Ευρωπαίοι είναι διχασμένοι όταν ασχολούνται περισσότερο με τις διαφορές τους παρά με τα κοινά. Βλέπουμε τι συμβαίνει όταν ξεσπούν ανταγωνισμοί του τύπου ο θάνατός σου η ζωή μου. Και ο εικοστός αιώνας ήταν ένας αιώνας αιματοχυσίας για την Ευρώπη. Παρά την αίσθηση της αποτυχίας, παρά τις απογοητεύσεις στην προσπάθεια οικοδόμησης της ενιαίας Ευρώπης, οι τελευταίες πέντε δεκαετίες, ήταν πέντε δεκαετίες ειρήνης και ευημερίας χωρίς προηγούμενο στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Στις ΗΠΑ και εμείς ξέρουμε, για παράδειγμα, τι σημαίνει φυλετικός διχασμός ή διχασμός γύρω από γραμμές διαφορετικών θρησκειών. Είναι απλώς επικίνδυνο, όχι μόνο για τις μειονότητες, όχι μόνο για τους λίγους που γίνονται αντικείμενο διακρίσεων ή και βίας. Στο πρόσφατο παρελθόν, ας μην το ξεχνούμε και αυτό, αλλά γιατί έτσι χάνουμε από το βλέμμα μας τις δυνατότητες που έχουμε ως έθνος, ως χώρα. Εάν χωριστούμε σε μαύρους, λατίνους, ασιάτες, ομοφυλόφιλους, γυναίκες, κ.λπ., εάν δεν ενωθούμε και δεν οικοδομήσουμε μαζί το αμερικανικό όνειρο, δεν πάμε πουθενά. Οπότε το όραμά μου είναι σωστό επί του συγκεκριμένου θέματος. Μπορεί να μην κερδίζουμε πάντα βραχυπρόθεσμα στη συγκεκριμένη πολιτική συγκυρία, αλλά εγώ είμαι βέβαιος ότι μακροπρόθεσμα θα βγούμε κερδισμένοι. Διότι οι κοινωνίες ενώνονται γύρω από αξίες, ιδανικά, από χαρακτήρες, από το πώς αντιμετωπίζουμε ο ένας τον άλλον, από την καινοτομία, την πρόοδο. Αυτές οι κοινωνίες θα είναι και οι πιο πετυχημένες σε σύγκριση με τις άλλες. Αυτή είναι η ισχυρή μου πεποίθηση και έχω και τα στοιχεία που τεκμηριώνουν αυτή την πεποίθησή μου

Αλέξης Τσίπρας: Για να σας είμαι ειλικρινής, από τον Ντόναλντ Τραμπ γνωρίζω λίγα πράγματα. Γνώριζα το προηγούμενο διάστημα την επιθετικότητα και τον εκκεντρικό τρόπο που διάλεξε για να υπερασπιστεί κάποιες μη συμβατικές απόψεις, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου. Κάποιοι μου είχαν πει ότι έπρεπε να είχα διαβάσει το βιβλίο του πριν πάω να διαπραγματευτώ στις Βρυξέλλες, το «Art of the deal». Δεν το έκανα, αλλά νομίζω ότι δεν έκρινε αυτό το αποτέλεσμα. Ωστόσο, πρέπει να σας επισημάνω ότι είναι άλλο πράγμα τι ξέρουμε για τον Ντόναλντ Τραμπ κατά τη διάρκεια που διεκδικούσε το χρίσμα στους Ρεπουμπλικανούς, άλλο πράγμα κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου και άλλο πράγμα αυτό που περιμένουμε να δούμε τώρα, ως νεοεκλεγείς Πρόεδρος και φυσικά ακόμα περισσότερο, ως ασκών τα καθήκοντα της διακυβέρνησης μιας χώρας που παίζει καθοριστικό ρόλο στην παγκόσμια σφαίρα. Γι’ αυτό λοιπόν και εγώ δεν έσπευσα, σε αντίθεση με κάποιους ομολόγους μου στην Ευρώπη, να επαναλάβω στοιχεία της κριτικής που προεκλογικά πολλοί ασκήσαμε απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ. Και πιστεύω ότι ακόμα και αν κάποιος ήθελε να αλλάξει άρδην την εξωτερική πολιτική για μια χώρα, όπως οι ΗΠΑ, είναι εξαιρετικά δύσκολο. Από την άλλη πλευρά, ακόμα και αν κάποιοι στην Ευρώπη φοβόμαστε ότι αυτό μπορεί να συμβεί, αυτό που έχουμε να κάνουμε τώρα είναι να ορθώνουμε γέφυρες και όχι τείχη. Διότι, είμαστε λαοί που πορευόμαστε με κοινές αξίες και που έχουμε πολλά να κερδίσουμε από τη συνεργασία, την προώθηση αυτής της συνεργασίας και να αντιμετωπίσουμε μεγάλες παγκόσμιες προκλήσεις.

Πιστεύω, λοιπόν, ότι το επόμενο διάστημα δεν θα αλλάξουν πολλά πράγματα στη σχέση της ΕΕ και της Ελλάδας με τις ΗΠΑ. Γιατί αυτές είναι σχέσεις έχουν σφυρηλατηθεί κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες και έχουν σφυρηλατηθεί πάνω στις κοινές αξίες που πρεσβεύουν οι λαοί μας.