«Η δίκαιη ανάπτυξη είναι η μόνη προοδευτική απάντηση για αξιοπρεπή διαβίωση και μείωση των ανισοτήτων»

Ομιλία του Πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα στην ετήσια Γενική Συνέλευση του Σ.Ε.Β.

Αγαπητέ Πρόεδρε του ΣΕΒ,

Κυρίες και κύριοι,

Είναι ιδιαίτερη χαρά για εμένα να απευθύνω αυτό τον χαιρετισμό ειδικά στο φετινό συνέδριο του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών, καθώς πρόκειται για το τελευταίο που διεξάγεται υπό τις έκτακτες συνθήκες που επέβαλε η πολυετής κρίση και το καθεστώς των μνημονίων στη χώρα μας. Και ταυτόχρονα, για το πρώτο συνέδριο που συμπίπτει με την οριστική μετάβαση σε αυτό που θα ονομάζαμε μια νέα κανονικότητα και σε μια νέα μέρα για τη χώρα και τις δημιουργικές της δυνάμεις.

Από αυτό εδώ το βή τα προηγούμενα χρόνια, σας παρουσίασα – πιστεύω- με ειλικρίνεια, τη στρατηγική της κυβέρνησης για τον απεγκλωβισμό της χώρας από τη βαθιά ύφεση και την οικονομική συρρίκνωση των προηγούμενων ετών, αλλά και για την ενίσχυση της γεωπολιτικής της δυναμικής, της γεωπολιτικής της θέσης, τόσο στην ευρύτερη περιοχή, την Ευρώπη βεβαίως πάνω από όλα, την εύθραυστη περιοχή της Ν.Α Μεσογείου όσο όμως και στην περιοχή των Βαλκανίων.

Και ζήτησα τη συστράτευση όλων μας σε ένα δύσκολο και καθημερινό αγώνα.
Χάρη στην από κοινού προσπάθεια, όχι μόνο αντεπεξήλθαμε αλλά καταφέρνουμε να αλλάξουμε αποφασιστικά την εικόνα της χώρας.

Η Ελλάδα δεν είναι σήμερα πια η χώρα εκείνη που αποτελεί συστημικό κίνδυνο για την Ευρωζώνη. Η Ελλάδα από χώρα παρίας, γίνεται παράδειγμα πολιτικής σταθερότητας και ανάκαμψης. Η Ελλάδα από μέρος του προβλήματος, γίνεται μέρος της λύσης.
Αυτό αποδεικνύει η εντυπωσιακή μας πορεία για την οριστική έξοδο, μετά από οκτώ και πλέον χρόνια από τα προγράμματα στήριξης.

Αυτό αποδεικνύει, όμως, και ο ρόλος της χώρας μας ως πυλώνας σταθερότητας και ασφάλειας τόσο στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο αλλά και τα Βαλκάνια.

Αυτό αποδεικνύει – και επιτρέψτε μου να αναφερθώ σε αυτό στη σημερινή μου ομιλία- και η προοπτική λύσης που διαγράφεται στη δύσκολη αλλά αναγκαία διαπραγμάτευση με την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας.

Μια διαπραγμάτευση που χειριστήκαμε και συνεχίζουμε να χειριζόμαστε με αίσθημα ευθύνης και πατριωτισμού. Αλλά και με αποφασιστικότητα και πίστη στην ανάγκη εξεύρεσης λύσης.
Και είναι ακριβώς αυτή η στάση μας που διαμορφώνει σήμερα και μια νέα εικόνα για την Ελλάδα διεθνώς. Και ενισχύει το ρόλο της ως πυλώνα ασφάλειας και σταθερότητας σε μια περιοχή που στροβιλίζεται σε μια δίνη παράλληλων κρίσεων. Όπως συμβαίνει αυτές τις μέρες στην Ιταλία, αλλά εδώ και αρκετό καιρό και στη γειτονική μας Τουρκία.

Και πιστεύω, φίλες και φίλοι, ακριβώς επειδή δεν είναι εύκολο να αλλάξει η εικόνα της χώρας, ότι γι΄ αυτό χρειάζονται θαρραλέες και δύσκολες αποφάσεις. Πιστεύω ότι αυτό μπορεί πάντα να επιτυγχάνεται όταν παραμερίζουμε το πολιτικό κόστος έχοντας ως γνώμονα το συλλογικό συμφέρον, το συμφέρον της χώρας.

Και πρέπει να σας πω ότι αυτό προσπαθήσαμε να κάνουμε δουλεύοντας υπέρ της λύσης, γιατί πιστεύουμε ότι μπορούμε να αποκαταστήσουμε την πρωταγωνιστική θέση της χώρας στα Βαλκάνια. Κάτι που θα έχει ευρύτερες ευεργετικές συνέπειες, όχι μόνο στη γεωπολιτική σκακιέρα όπου αναφέρθηκα, αλλά και στον τομέα της οικονομίας και στον τομέα της επιχειρηματικότητας, δημιουργώντας μια νέα δυναμική ανάπτυξης στην περιοχή μας, στην περιοχή των Βαλκανίων. Μια νέα προοπτική συνεργασίας με όλες τις χώρες της περιοχής μας. Και θα ανακόψει ταυτόχρονα βλέψεις οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας άλλων δυνάμεων, όπως της Τουρκίας για παράδειγμα, στην ευρύτερη περιοχή.

Όμως η εικόνα της χώρας δεν αλλάζει μόνο στο πεδίο των διεθνών σχέσεων, αλλάζει και κυρίως, θα έλεγα, στο πεδίο της οικονομίας.

Η χώρα μας, η κοινωνία μας, η οικονομία μας όχι μόνο άντεξε στα δύσκολα, αλλά σήμερα ανακάμπτει.

Και σήμερα είμαστε εδώ να σχεδιάσουμε την επόμενη μέρα της επιστροφής μας στο οικονομικό γίγνεσθαι, να διορθώσουμε τις αδικίες της κρίσης, και να οικοδομήσουμε το μέλλον που δικαιούμαστε στη βάση της δίκαιης και βιώσιμης ανάπτυξης.

Αντλούμε αισιοδοξία για το νέο αυτό ξεκίνημα από τα επίσημα στοιχεία της πραγματικής οικονομίας που ανακοινώνει η στατιστική υπηρεσία, όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί έπειτα από τρία χρόνια συστηματικής προσπάθειας.

Οι δείκτες οικονομικής μεγέθυνσης είναι και πάλι θετικοί – ανοδικοί, βάζοντας τέλος σε μια δεκαετία ύφεσης που στιγμάτισε το παραγωγικό μας δυναμικό.

Η ανεργία τόσο στους νέους όσο και στο σύνολο του πληθυσμού μειώνεται σταδιακά, έχοντας υποχωρήσει κατά 7 μονάδες από τη μέγιστη τιμή της στα τέλη του ’14. Οι εξαγωγές αυξάνονται και το σημαντικότερο, ότι πλέον υπερβαίνουν σταθερά τις εισαγωγές, διορθώνοντας το διαρκώς ελλειμματικό εμπορικό ισοζύγιο των προηγούμενων ετών. Οι επενδύσεις ανακάμπτουν και ανέρχονται στο υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας. Όλα αυτά με τη σειρά τους επηρεάζουν και τους, λεγόμενους, ψυχολογικούς δείκτες της οικονομίας και αποτυπώνονται στο οικονομικό κλίμα, όσο όμως και στους δείκτες εμπιστοσύνης. Οι διεθνείς οίκοι αναβάθμισαν την πιστοληπτική μας ικανότητα, οι αγορές ανταποκρίθηκαν θετικά στις δοκιμαστικές εκδόσεις ομολόγων, ενώ οι ανεξάρτητοι διεθνείς οργανισμοί προβλέπουν επιστροφή στην ανάπτυξη για την οικονομία μας και τα επόμενα χρόνια και μάλιστα με διατηρήσιμα χαρακτηριστικά.

Ολοκληρώνουμε το τρίτο και τελευταίο πρόγραμμα έχοντας υλοποιήσει ένα δραστικό
πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και αλλαγών σχεδόν σε όλο το εύρος του οικονομικού συστήματος, αποκαθιστώντας την εικόνα της ελληνικής οικονομίας αλλά και της χώρας γενικότερα, θα έλεγα, εις το διεθνές στερέωμα. Δεν θεωρούμαστε πια μία χώρα διεφθαρμένη και μία οικονομία αναποτελεσματική, όπου κανείς δεν ξέρει, τι τον περιμένει. Υπάρχουν αδιάβλητοι κανόνες ανταγωνισμού και κανόνες ίσης μεταχείρισης για όποιον επιθυμεί να δραστηριοποιηθεί στη χώρα μας. Οι θεσμοί και ο ΟΟΣΑ αναγνωρίζουν σήμερα απερίφραστα αυτή την προσπάθεια. Τα δεδομένα αυτά θα αποτελέσουν και το διαβατήριό μας, αν θέλετε, στην προσπάθεια για έξοδο της χώρας στις αγορές με το τέλος του προγράμματος τον ερχόμενο Αύγουστο, τον Αύγουστο του 2018 του τρέχοντος έτους.

Η Ελλάδα, όμως, τα τρία αυτά χρόνια δεν κέρδισε μονάχα την επιστροφή της σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, ούτε και την επιστροφή της στις αγορές μόνο. Το σημαντικότερο, είναι ότι κέρδισε ξανά την αξιοπιστία της απέναντι στους εταίρους της. Τα στοιχεία της Eurostat, που δεν επιδέχονται αμφισβήτησης, επαληθεύουν πια, κάθε χρόνο, τις δικές μας προβλέψεις. Και σε ό,τι αφορά τα επόμενα χρόνια προβλέπονται δημοσιονομικά περιθώρια, πέραν των στόχων που θα πρέπει να συνεχίσουμε να επιτυγχάνουμε για να διατηρήσουμε την εμπιστοσύνη και την αξιοπιστία, τόσο έναντι των εταίρων, όσο και έναντι των αγορών. Θα τα αξιοποιήσουμε και αυτά τα περιθώρια με υπευθυνότητα και σχέδιο, αποσκοπώντας ταυτόχρονα σε δύο στόχους: Στη μείωση των φορολογικών βαρών με παράλληλη ενίσχυση των αναπτυξιακών ρυθμών και στην αύξηση της απασχόλησης.

Γιατί, φίλοι, αγαπητές φίλες, πρόσφατα ολοκληρώσαμε το τεχνικό μέρος της 4ης αξιολόγησης και τον Ιούνιο οφείλουμε να είμαστε – και θα είμαστε – έτοιμοι για το κλείσιμο όλων των τελευταίων εκκρεμοτήτων. Όχι απλώς με αίσθημα επείγοντος αλλά, θα έλεγα, με αίσθηση της ιστορικότητας των στιγμών, όλοι εργαζόμαστε πυρετωδώς για το σκοπό αυτό και πρέπει να συνεχίσουμε στον ίδιο ρυθμό. Παράλληλα, βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη οι συζητήσεις για την τελική διευθέτηση του ελληνικού δημοσίου χρέους. Διεκδικούμε μία λύση βιώσιμη στο χρόνο που δεν θα αφήνει περιθώρια αμφιβολίας ως προς την προοπτική της οικονομίας μας και θα υποστηρίζει την αναπτυξιακή της δυναμική. Τώρα είναι, πιστεύω, η σειρά των εταίρων μας, να δώσουν με μια κίνηση έμπρακτης εμπιστοσύνης και αναγνώρισης των προσπαθειών μας, τη σωστή λύση, τη λύση που όλοι περιμένουν να ακούσουν. Η συμφωνία – πλαίσιο του περασμένου Ιουνίου είναι η σωστή βάση που περιμένει την κατάλληλη εξειδίκευση και είμαι αισιόδοξος ότι θα καταλήξουμε στην καλύτερη δυνατή συμφωνία προς το συμφέρον τόσο τ