«Η πρόκληση της εποχής μας είναι να ξαναβρούμε την ισορροπία ως διεθνής κοινότητα απέναντι στις δυνάμεις της οπισθοδρόμησης»

Ομιλία του Πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα στην 73η Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.

Κυρία Πρόεδρε,

Κύριε Γενικέ Γραμματέα,

Αξιότιμοι συνάδελφοι,

Κυρίες και Κύριοι,

Πριν τρία χρόνια, όταν είχα την τιμή να απευθυνθώ για πρώτη φορά στην Ολομέλεια της Γενικής Συνέλευσης, είχα τονίσει ότι η Ελλάδα βρισκόταν στην εμπροσθοφυλακή τριών επάλληλων διεθνών κρίσεων.

Κρίσεις με σοβαρές επιπτώσεις στην ελληνική κοινωνία, την οικονομία και το διπλωματικό ρόλο της χώρας στην περιοχή.

Η Ελλάδα ήταν η χώρα που χτυπήθηκε πιο άγρια από κάθε άλλη από την κρίση της Ευρωζώνης, έχοντας χάσει το 25% του ΑΕΠ της, με την ανεργία να έχει ξεπεράσει στο 27%

και τα επίπεδα φτώχειας να έχουν αυξηθεί σημαντικά.

Η Ελλάδα ήταν ταυτόχρονα η χώρα που, αναλογικά, ανέλαβε το μεγαλύτερο βάρος της προσφυγικής κρίσης στην Ευρώπη, καθώς πάνω από 1,2 εκατομμύρια άνθρωποι εισήλθαν στα νησιά της σε μια περίοδο λίγων μηνών.

Η Ελλάδα βρέθηκε, επίσης, στο κέντρο μιας ολοένα επιδεινούμενης αποσταθεροποίησης στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο, με τον εθνικισμό να ενισχύεται με ταχείς ρυθμούς.

Από την άλλη, το ερώτημα για μένα, κατά την ομιλία μου το 2015 – όπως και για όλους μας – ήταν αν ο ΟΗΕ, η Διεθνής Κοινότητα και οι Διεθνείς Θεσμοί θα μπορούσαν να συμβάλουν ώστε να αντιμετωπίσουμε αυτές τις κοινές προκλήσεις μέσα από την αναζήτηση συλλογικών λύσεων.

Το ερώτημα ήταν αν η Ευρωπαϊκή Ένωση, η ΕΚΤ, το ΔΝΤ, ο ΠΟΕ και η Παγκόσμια Τράπεζα θα μπορούσαν να μας οδηγήσουν στη βιώσιμη ανάπτυξη, στη μείωση της φτώχειας και σε ένα πιο ισορροπημένο παγκόσμιο εμπόριο.

Το ερώτημα ήταν αν η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ και ο ΔΟΜ θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην επίλυση της προσφυγικής και μεταναστευτικής κρίσης αποτελεσματικά και με ανθρωπισμό.

Το ερώτημα ήταν αν ο ΟΗΕ, η Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΝΑΤΟ ή ο ΟΑΣΕ θα προωθούσαν την ειρήνη και την ασφάλεια, θα αποδυνάμωναν τη διεθνή τρομοκρατία και θα επίλυαν συγκρούσεις στην περιοχή μου και σε πολλές άλλες.

Στα χρόνια που πέρασαν, όμως, ήρθε στην επιφάνεια ένα «τεράστιο έλλειμμα εμπιστοσύνης» προς τους διεθνείς και εθνικούς θεσμούς, όπως το αποκάλεσε και ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι εθνικιστικές δυνάμεις έγιναν ολοένα και πιο ισχυρές και κατάφεραν τελικά να επαναπροσδιορίσουν το ερώτημα.

Αφού η επιθετική τους στάση ανέδειξε, ότι το θέμα δεν είναι αν μπορούμε να βασιστούμε στους διεθνείς θεσμούς για την επίλυση των κοινών μας προβλημάτων στη βάση κοινών αξιών, αλλά κατά πόσο αυτά τα προβλήματα και αυτές οι αξίες είναι όντως κοινές.

Η λογική τους για την αντιμετώπιση των κρίσεων ήταν απλή: «όχι στην αυλή μας» – «not in my back yard».

Στην αντιμετώπιση της κρίσης της Ευρωζώνης οι δυνάμεις αυτές υποστήριξαν το GREXIT και την ανάγκη η μοίρα της Ελλάδας να αποτελέσει προειδοποίηση για άλλες χώρες.

Στην αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης υποστήριξαν το μονομερές κλείσιμο των συνόρων στη Βαλκανική οδό, απαίτησαν επαναπροωθήσεις στη θάλασσα και διεκδίκησαν ένα μικρό Schengen που θα απέκλειε τις ευρωπαϊκές χώρες πρώτης γραμμής.

Στην αντιμετώπιση των κρίσεων στην ευρύτερη περιοχή, οι λύσεις που πρότειναν ήταν, επίσης, απλουστευτικές: κυρώσεις, προληπτικοί ή ανθρωπιστικοί πόλεμοι και όταν αυτά οδηγούσαν σε αδιέξοδο, αποχώρηση από την περιοχή και ανάσχεση των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν.

Στην Ελλάδα αναμετρηθήκαμε δυναμικά, όχι μόνο με αυτές τις προκλήσεις, αλλά και με αυτές τις «συνταγές».

Δεν καταφέραμε μόνο να σταθούμε όρθιοι, ξεπερνώντας τις δυσκολίες, αλλά πέραν αυτού, καταφέραμε να γίνουμε μέρος της λύσης στην Ευρώπη και την ευρύτερη περιοχή, αντί να είμαστε μέρος του προβλήματος.

Και αυτό το κάναμε χωρίς να υποκύψουμε στις υποδείξεις χωρών, δυνάμεων και θεσμών που αδιαφορούσαν για τη βούληση του ελληνικού λαού, προς όφελος των δικών τους οικονομικών και γεωπολιτικών συμφερόντων.

Την ίδια στιγμή, όμως, το κάναμε χωρίς να καταφύγουμε σε μια εθνικιστική πολιτική που θα μας οδηγούσε στην αποχώρηση από την Ευρωζώνη, στην ενίσχυση των εντάσεων με τους γείτονές μας ή στην παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του διεθνούς δικαίου.

Πρώτον, σε ότι αφορά την οικονομία, παραμείναμε στην Ευρωζώνη, αλλά διαπραγματευθήκαμε σκληρά για ένα οικονομικό πρόγραμμα που έδινε έμφαση σε απαραίτητες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και όχι στη διαιώνιση μιας τιμωρητικής και εξοντωτικής λιτότητας.

Ταυτόχρονα, προστατεύσαμε τα εργασιακά δικαιώματα, θεσπίζουμε την αύξηση του κατώτατου μισθού, ενώ εξασφαλίσαμε δημοσιονομικό χώρο για την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους και την υποστήριξη των πλέον αδυνάμων.

Σήμερα, έχουμε αφήσει πίσω μας τα προγράμματα που γεννούσαν διαρκώς ύφεση, ο ρυθμός ανάπτυξής μας είναι 2,1% για φέτος και θα είναι 2,5% για το 2019.

Η ανεργία έπεσε κατά 8%, ο τουρισμός υπερέβη τους 34 εκατομμύρια επισκέπτες, τα υψηλά δημοσιονομικά πλεονάσματα υπερκαλύπτονται, ενώ το ενδιαφέρον των επενδυτών αυξάνεται σταθερά.

Η Ελλάδα καθίσταται περιφερειακός, ενεργειακός, εμπορικός και διαμετακομιστικός κόμβος, αλλάζοντας τον ενεργειακό χάρτη και αναπτύσσοντας τις στρατηγικές της υποδομές.

Δεύτερον, σε ότι αφορά τη προσφυγική κρίση:

Κληθήκαμε να διαχειριστούμε τις μεγαλύτερες προσφυγικές ροές στη μεταπολεμική ευρωπαϊκή ιστορία.

Το πράξαμε με σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο και στα ανθρώπινα δικαιώματα.

Την ίδια στιγμή, όμως, υποστηρίξαμε την εφαρμογή της δύσκολης, αλλά απαραίτητης Κοινής Δήλωσης ΕΕ-Τουρκίας.

Δεν ενδώσαμε στις εθνικιστικές, ξενοφοβικές φωνές, που υποστήριζαν τις επαναπροωθήσεις στη θάλασσα ή μια επιφανειακή διαδικασία ασύλου που θα απέρριπτε το σύνολο των αιτημάτων.

Αλλά, επίσης, δεν διστάσαμε να αποδεχθούμε ότι όσοι δε χρήζουν διεθνούς προστασίας θα πρέπει να επιστρέφουν στη χώρα διέλευσής τους, όπου είναι ασφαλείς.

Ασκήσαμε δριμεία κριτική στις ευρωπαϊκές χώρες που αρνούνταν να αναλάβουν το βάρος που τους αναλογεί.

Τις χώρες που θέλουν να είμαστε μαζί στα δικαιώματα, αλλά χώρια στις υποχρεώσεις.

Και ο λαός της Ελλάδας, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει, υποδέχτηκε τους πρόσφυγες και μετανάστες που εισήλθαν στη χώρα, δίνοντας μαθήματα αλληλεγγύης.

Ενώ η Υπηρεσία Ασύλου μας, που δεν υπήρχε καν πριν 5 χρόνια, σήμερα έχει αναλάβει το μεγαλύτερο αριθμό αιτήσεων αναλογικά με τον πληθυσμό μας, σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Ενώ το σημαντικότερο είναι ότι σήμερα, οι θάνατοι στο Αιγαίο έχουν σχεδόν εκμηδενιστεί και οι ροές έχουν μειωθεί δραστικά.

Τρίτον, σε ότι αφορά τη κρίση ασφάλειας:

Αντιμετωπίσαμε σοβαρές προκλήσεις από την ραγδαία αύξηση της αποσταθεροποίησης, του εθνικισμού και των εντάσεων, σε μια περιοχή στην οποία είχαμε ήδη σημαντικές διαφορές με γειτονικές μας χώρες.

Σε αυτό το γεωπολιτικό περιβάλλον η Ελλάδα διατήρησε μια πολιτική προάσπισης των κυριαρχικών της δικαιωμάτων και συμφερόντων.

Την ίδια στιγμή, όμως, επέλεξε να καταστεί, μαζί με την Κύπρο, ο σημαντικότερος Ευρωπαϊκός πυλώνας ειρήνης, ασφάλειας και σταθερότητας στην περιοχή.

Καθιερώσαμε δυναμικά τριμερή σχήματα συνεργασίας με την Αίγυπτο, το Ισραήλ, την Ιορδανία, το Λίβανο και την Παλαιστίνη.

Και δώσαμε σαφώς το μήνυμα ότι ο διάλογος, η συνεργασία και ο σεβασμός για το Διεθνές Δίκαιο είναι ο μόνος τρόπος να καλλιεργήσουμε σταθερές διμερείς σχέσεις και να ενισχύσουμε τις προοπτικές της περιοχής.

Σε αυτήν την πολιτική παραμείναμε προσηλωμένοι και στις δύσκολες σχέσεις μας με την Τουρκία, αρνούμενοι ξανά και ξανά να ενδώσουμε στον εθνικισμό και την κλιμάκωση της έντασης.

Μια θέση που μας επέτρεψε να απελευθερώσουμε τη δυναμική των σχέσεών μας στους τομείς της ασφάλειας, της μετανάστευσης, της ενέργειας και της οικονομίας.

Αλλά την ίδια στιγμή, μια θέση που καθιστούσε σαφή την ανάγκη να υπάρχει σεβασμός του Διεθνούς Δικαίου στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Στο πλαίσιο αυτό, ξεκαθαρίσαμε και ξεκαθαρίζουμε την πλήρη στήριξή μας σε μια δίκαιη και βιώσιμη λύση στο Κυπριακό, στη βάση των αποφάσεων του ΟΗΕ.

Μια λύση που θα βασίζεται στο πλαίσιο του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, όπως είχε διαμορφωθεί στο σημείο όπου αφήσαμε τις διαπραγματεύσεις στο Κραν Μοντανά.

Παράλληλα, προωθούμε ενεργά τη σταθερότητα και την οικονομική ανάπτυξη στα Βαλκάνια, μέσω μιας πολιτικής επίλυσης ζητημάτων με τους γείτονές μας, που ξεκλειδώνει την προοπτική τους για ένταξη στην ΕΕ και σε άλλους Διεθνείς Οργανισμούς που επιλέγουν.

Μέσω του διαλόγου μας με την Αλβανία, αλλά κυρίως μέσω της Συμφωνίας των Πρεσπών με τη βόρειο γείτονά μας – μια Συμφωνία που δεν είναι μόνο σημαντική για την περιοχή, αλλά μπορεί να αποτελέσει και μοντέλο για την επίλυση διαφορών.

Μια Συμφωνία που δεν προέκυψε μέσω της επιβολής του ισχυρότερου και των συμφερόντων του, αλλά ήταν αμοιβαίως αποδεκτή, προασπίζοντας την αξιοπρέπεια και των δύο πλευρών.

Κυρία Πρόεδρε,

Πιστεύω ήρθε η ώρα εμείς ως Διεθνής Κοινότητα να επαναπροσδιορίσουμε το κεντρικό ερώτημα για το μέλλον μας:

Το δίλλημα δεν είναι πατριωτισμός ή παγκοσμιοποίηση.

Αλλά αν θα αφήσουμε τον κόσμο μας στην ανεξέλεγκτη τροχιά της εθνικιστικής αναδίπλωσης -που η ιστορία μας διδάσκει ότι οδηγεί σε τραγωδίες- ή θα δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για συλλογικές προοδευτικές λύσεις που θα σέβονται την εθνική και λαϊκή κυριαρχία του καθενός ξεχωριστά.

Γιατί καμία σύγχρονη, δημοκρατική πατριωτική πολιτική, δεν μπορεί να είναι πολιτική παθητικής αποδοχής των υποδείξεων υπερεθνικών ελίτ που δεν λογοδοτούν σε κανένα.

Καμία σύγχρονη, δημοκρατική πατριωτική πολιτική δεν μπορεί να θεωρήσει δεδομένη μια διεθνή τάξη που αναπαράγει ανισότητες εξουσίας και πλούτου ή προστατεύει το δικαίωμα κάποιων να έχουν τεράστια εμπορικά πλεονάσματα σε βάρος άλλων.

Όπου ορισμένες χώρες επιβάλλουν τη βούλησή τους και τα συμφέροντά τους σε άλλες, πολλώ δε μάλλον στο όνομα κοινών αξιών.

Αυτή είναι η θέση μας στην ευρωζώνη, αυτή είναι η θέση μας σε σχέση με τους ανθρωπιστικούς πολέμους στην περιοχή και αυτή είναι η θέση μας έναντι των διαφορών μας με τους γείτονές μας.

Από την άλλη πλευρά, όμως, μια σύγχρονη, δημοκρατική πατριωτική πολιτική πρέπει να μπορεί να αντιμετωπίσει παγκόσμιες και περιφερειακές προκλήσεις του 21ου αιώνα.

Προκλήσεις που είναι κοινές από τη φύση τους και οι οποίες μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο συλλογικά, στη βάση κοινών αξιών.

Πιστεύουμε ότι μια σύγχρονη, δημοκρατική, πατριωτική, πολιτική, πρέπει να βασίζεται σε συλλογικές πρωτοβουλίες και εγγυήσεις που προασπίζουν την ειρήνη, τη σταθερότητα, την αειφόρο ανάπτυξη και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Δεν πρέπει να βασίζεται στη λογική των μονομερών ενεργειών, στον εθνικισμό και στην ενίσχυση των ισχυρών εις βάρος των αδυνάμων.

Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να εξασφαλίσουμε πως οι Διεθνείς Οργανισμοί, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοπιστωτικών, θα πρέπει να λογοδοτούν και να ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες των κρατών και των πολιτών.

Σημαίνει ότι πρέπει να στηρίξουμε τις προτάσεις του Γενικού Γραμματέα για μεταρρύθμιση του ΟΗΕ.

Αλλά σημαίνει ότι πρέπει να στηρίξουμε και την Ατζέντα 2030 για την αειφόρο ανάπτυξη, το Παγκόσμιο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση, τη Συμφωνία των Παρισίων για την κλιματική αλλαγή και τη συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν, παρά τις αδυναμίες της.

Σημαίνει την εξεύρεση μιας πολιτικής λύσης στη Συρία, στη βάση ενός συμμετοχικού πολιτικού διαλόγου, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ.

Σημαίνει ότι πρέπει να στηρίξουμε την αναθέρμανση των συνομιλιών για το Μεσανατολικό με στόχο μια ολοκληρωμένη λύση που θα ανταποκρίνεται στο δίκαιο αίτημα του Ισραήλ για ασφάλεια και το δίκαιο Παλαιστινιακό αίτημα για ένα κράτος στη βάση των συνόρων του 1967, με πρωτεύουσα τα ανατολικά Ιεροσόλυμα.

Σημαίνει ότι πρέπει να προωθήσουμε τον πολύτιμο διάλογο μεταξύ των ευρωπαϊκών και ευρωατλαντικών θεσμών και χωρών με τη Ρωσία, στη βάση του αμοιβαίου σεβασμού, για την αντιμετώπιση διεθνών προκλήσεων και κρίσεων.

Σημαίνει την προώθηση της ειρήνης και ανάπτυξης στην Αφρική, τη στήριξη των χωρών που έχουν αναλάβει το μεγαλύτερο βάρος φιλοξενίας προσφύγων – όπως η Τουρκία, Λίβανος και Ιορδανία – και την αντιμετώπιση των γενεσιουργών αιτιών της μετανάστευσης.

Σημαίνει ότι πρέπει να στηρίξουμε τα θετικά βήματα για μια διπλωματική λύση για την αποπυρηνικοποίηση στην Κορεατική Χερσόνησο.

Σημαίνει – ιδίως καθώς γιορτάζουμε τα 70 χρόνια από την υπογραφή της Οικουμενικής Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων – την προώθηση της ατζέντας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Όπως άλλωστε, κάνουμε στην Ελλάδα: με την απόδοση ιθαγένειας σε παιδιά μεταναστών τα οποία γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στη χώρα μας, με τη νομική κατοχύρωση της ταυτότητας φύλου, τη θεσμοθέτηση του συμφώνου συμβίωσης και την εμβάθυνση των δικαιωμάτων της μουσουλμανικής μειονότητας.

Κυρία Πρόεδρε,

Ο Νέλσον Μαντέλα – τα 100 χρόνια από τη γέννηση του οποίου γιορτάζουμε φέτος – είχε πει πως «μας φαίνεται κάτι αδύνατο, μέχρι τη στιγμή που το πετυχαίνουμε».

Τα 8 τελευταία χρόνια η Ελλάδα χτυπήθηκε άγρια από τρεις διεθνείς κρίσεις.

Αναμετρήθηκε σκληρά με λογικές που λένε ότι καθένας μόνος του οφείλει να αντιμετωπίσει διεθνούς κλίμακας προβλήματα.

Σήμερα, αν και η Ελλάδα αντιμετωπίζει ακόμα μεγάλες προκλήσεις στην οικονομία, στη διαχείριση του μεταναστευτικού και στη διπλωματία, στέκεται πάλι στα πόδια της φέρνοντας λύσεις στην περιοχή.

Αυτό δεν θα γινόταν χωρίς μια πολιτική που προτάσσει τη λαϊκή και εθνική κυριαρχία, αλλά παράλληλα δεσμεύεται στην εξεύρεση συλλογικών λύσεων με στόχο την ειρήνη, τη σταθερότητα και την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η πρόκληση της εποχής μας είναι να ξαναβρούμε αυτή την ισορροπία ως διεθνής κοινότητα απέναντι σε εθνικιστικές δυνάμεις που προπαγανδίζουν το φόβο, το μίσος και τελικά την συλλογική οπισθοδρόμηση κάθε λαού.

Και αυτή είναι μια πραγματικά σύγχρονη, δημοκρατική, αλλά και πατριωτική επιλογή.

Μια επιλογή που θα επιδιώκει οι Πατρίδες όλων μας να ζουν με ειρήνη και να ευημερούν και όχι να στρέφεται η μια εναντίον της άλλης.

Ο πολιτισμός μας ως Έλληνες, δεν αφήνει περιθώρια για αμφιβολία ως προς τις θέσεις που θα υποστηρίξουμε.

Ο ελληνικός λαός θα σταθεί για ακόμη μια φορά στη σωστή πλευρά της ιστορίας.