Χαιρετισμός του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στην εκδήλωση για τον εορτασμό της συμπλήρωσης 100 χρόνων της εφημερίδας «Η Καθημερινή»

«Κύριε Πρόεδρε, αγαπητέ Θέμη, αγαπητέ Αλέξη. Ευχαριστώ πάρα πολύ που μου δώσατε τη δυνατότητα να είμαι σήμερα μαζί σας και να μοιραστώ λίγες σκέψεις με αυτό το εκλεκτό ακροατήριο.

«Θα διατηρήσωμεν το δικαίωμα του ελέγχου των κυβερνητικών πράξεων. Και θα προτιμήσωμεν, υποβάλλοντες εαυτούς εις δυσβάστακτον μαρτύριον υπομονής, να παρουσιάζωμεν την εφημερίδα ταύτην αρτίαν».

Είναι 15 Σεπτεμβρίου του 1919 και οι εφημεριδοπώλες διανέμουν ένα νέο φύλλο στους περαστικούς. Με τιμή «λεπτά δέκα» και με το όνομα «Καθημερινή».

Ο νεαρός Γεώργιος Βλάχος, ο περίφημος ΓΑΒ των επόμενων δεκαετιών, ένας ανήσυχος γόνος επιφανών Αθηναίων, έχει εγκαταλείψει την ηρεμία του δημοσίου υπαλλήλου και είναι πλέον ένας εκδότης. Άραγε να φανταζόταν, τότε, ότι εκείνες οι δύο διαβεβαιώσεις -ο έλεγχος δηλαδή, της εξουσίας και ο σεβασμός στον αναγνώστη- έμελλε να αυτονομηθούν από τον ίδιο; Και θα μπορούσε άραγε να προβλέψει ότι θα συντρόφευαν την εφημερίδα του επί έναν ολόκληρο αιώνα;

Πράγματι, αυτά τα δύο χαρακτηριστικά φαίνεται πως αποτέλεσαν το μυστικό για το κύρος που κατέκτησε στη μακρά διαδρομή της η «Καθημερινή». Μαζί με ένα τρίτο: Την ικανότητα πάντα να ανανεώνεται και να ανανεώνει την παράδοσή της.

Γιατί δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα παραμένει μία από τις ελάχιστες εφημερίδες αναφοράς, σε μία Ελλάδα όμως που έχει ήδη γνωρίσει τεράστιες μεταβολές. Αυτό το πέτυχε γιατί, χωρίς ποτέ να κρύψει την παραταξιακή της προτίμηση, ιεραρχούσε πάντα πρώτο το εθνικό συμφέρον. Γιατί έμεινε σταθερά στραμμένη στο μέλλον. Γιατί διδάχτηκε από τα λάθη, ώστε να διεκδικεί για το κοινό της αντικειμενικότητα αλλά και τροφή στοχασμού.

Μοιάζει ίσως παράδοξο μία εφημερίδα που γεννήθηκε μέσα στον Εθνικό Διχασμό να θεωρείται στις μέρες μας γέφυρα ιδεών και ρευμάτων, αλλά και σύμβολο ψύχραιμης ανάλυσης των ειδήσεων. Δεν έδειχναν, ωστόσο, πάντα έτσι τα πράγματα.

Ο Γεώργιος Βλάχος δεν δίστασε να χαρακτηρίσει «μικρόν άνθρωπον» τον Ιωάννη Μεταξά λίγο πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Όμως αυτό δεν τον εμπόδισε να του παραχωρήσει λίγο αργότερα, το 1934 και το 1935, βήμα για 70 άρθρα σχετικά με τον Διχασμό. Ήταν εκείνα που, μαζί με την αντίπαλη δυναμική αρθρογραφία του Βενιζέλου στο «Ελεύθερον Βήμα», γέννησαν ένα μοναδικό ιστορικό τεκμήριο.

Η επιπόλαιη κρίση θα μιλούσε, ίσως, για καιροσκοπισμό. Η ψύχραιμη προσέγγιση, όμως, θα διέκρινε κάτι άλλο: Την πίστη στη σκληρή αλλά δημόσια ιδεολογική αντιμαχία. Και την προσήλωση στον τολμηρό, στον ανοιχτό διάλογο.

Γιατί αυτές οι αρχές ήταν που αιμοδότησαν επί τόσα πολλά χρόνια, την «Καθημερινή». Και που δηλώθηκαν με τον πιο εμβληματικό, εμφατικό τρόπο μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. Όταν η θυγατέρα του ιδρυτή, η Ελένη Βλάχου, διέκοψε την κυκλοφορία των εντύπων.

Εδώ νομίζω ότι βρίσκεται και η ουσία της μακροβιότητας αυτής της εφημερίδας. Η πολιτική της τοποθέτηση υπήρξε μία, σαφής και ειλικρινής. Χωρίς συμπλέγματα, στήριξε το Λαϊκό Κόμμα, τον Ελληνικό Συναγερμό, την ΕΡΕ και αργότερα τη Νέα Δημοκρατία. Όπως και τώρα παρακολουθεί από κοντά την κυβέρνηση και μας συμβουλεύει, με μέτρο και σοβαρότητα για το πώς θα γίνουμε καλύτεροι. Σταθερές παρέμειναν και οι πατριωτικές της θέσεις, με εμβληματική στιγμή την ανοιχτή επιστολή προς τον Χίτλερ την επόμενη μέρα της ναζιστικής εισβολής.

Διαχρονική, όμως, είναι και η απόστασή της από την εξουσία, την οποία -ως οφείλει- ανέκαθεν προσέγγιζε και προσεγγίζει κριτικά. Και -κυρίως- με ιδεολογικά εργαλεία τα οποία διαρκώς εξελίσσονται. Έτσι -είναι για εμάς τους ιστορικούς και λίγο οξύμωρο- ότι η «Καθημερινή» του 1909 που γεννήθηκε ως αιχμή εναντίον του Βενιζελικού φιλελευθερισμού ωριμάζει, τώρα, ως εργαστήριο του πολιτικού φιλελευθερισμού.

Αυτή την εικόνα της «Καθημερινής» κρατά και η γενιά μας. Υπήρξαν κι άλλοι ιστορικοί τίτλοι που επέζησαν από πολέμους, δικτατορίες και εθνικές κρίσεις. Όπως και άλλοι που χάθηκαν σε μια νύχτα, όταν λησμόνησαν τον προορισμό τους. Η «Καθημερινή» όχι μόνο άντεξε σε αυτές τις αλλαγές αλλά και ακμάζει. Διότι κατάφερε και προσαρμόστηκε στις απαιτήσεις των καιρών. Από «κυρία της δημοσιογραφίας» έγινε, λοιπόν, μία ανήσυχη «έφηβη» του διαδικτύου.

Τροφοδότησε, επίσης, την τηλεόραση και το ραδιόφωνο. Δεν έπαψε, ωστόσο, να υπηρετεί παθιασμένα το πρωτογενές υπόστρωμα της γραφής, το «χαρτί», εκδίδοντας μαζί με την εφημερίδα και πλήθος περιοδικών και ειδικών εντύπων.

Δεν υποχώρησε στα συμφέροντα, ούτε γοητεύτηκε από τις ευκολίες του λαϊκισμού. Αντιστάθηκε στη λαίλαπα των fake news. Και επέμεινε στο ήθος. Ήθος που δεν εκπέμπει μόνο στη δημόσια ζωή αλλά και προς το εσωτερικό του ίδιου του κόσμου της ενημέρωσης.

Κλείνω υπενθυμίζοντας τον υπέρτιτλο μιας άλλης σημαντικής εφημερίδας, των «New York Times»: «All the News That’s Fit to Print», όλες οι ειδήσεις που αξίζουν να τυπωθούν. Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ μιας σοβαρής εφημερίδας και του άναρχου κόσμου του διαδικτύου. Γι’ αυτό, καθώς η Ελλάδα ανοίγει τα φτερά της σε ένα νέο κόσμο με αισιοδοξία και ελπίδα, ο ρόλος της «Καθημερινής», καθώς εισέρχεται στη 2η εκατονταετία της ζωής της, θα είναι ακόμα πιο σημαντικός.

Χρόνια πολλά και πάντα επιτυχίες».